Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Ο φλογερός ποιητής και πατριώτης

Αναρτήθηκε: 02/01/2017

Ἀναστασίας – Ἄννας Κουρῆ, Φιλολόγου

Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους, εὐγλωττότερους καί τούς πιό φωτεινούς ποιητές τῆς νεώτερης Ἑλλάδας μέ πλατιά ἐθνική καί κοινωνική δράση. Γεννήθηκε στή Λευκάδα τό 1824 καί ἦταν γόνος παλιᾶς ἀρματολίτικης οἰκογένειας τῆς Ἠπείρου ἤ τῆς Ρούμελης. Μαθαίνοντας στή Λευκάδα τά πρῶτα του γράμματα συνεχίζει τίς σπουδές του στήν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας κι ἀργότερα στό ἐξωτερικό. Τό 1853, σέ ἡλικία 29 χρονῶν, θά γυρίσει στά Ἑπτάνησα γιά νά ριχτεῖ μέ τά μοῦτρα στούς πολιτικούς ἀγῶνες, πού ἐκείνη τήν ἐποχή εἶναι ἀγῶνες ἐθνικοί, γιατί τό κύριο αἴτημα τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τους ἦταν ἡ ἕνωση μέ τήν ἐλευθερωμένη Ἑλλάδα (21 Μαΐου1864).

Κανένας δέν ἀγωνίστηκε γιά τήν Ἕνωση αὐτή ὅπως ὁ παλλόμενος ἀπό πατριωτισμό καί φιλελεύθερο ἰδεαλισμό ποιητής. Ἀντιπροσωπεύοντας τό νησί του- τή Λευκάδα- στήν Ἰόνια Βουλή ἀπό τό 1857 μέχρι τό 1864 παλεύει γιά τήν ἕνωση, γιά τήν ἕνωση διώκεται, ἀπό τήν ἕνωση δοξάζεται. Γιατί ὁ βουλευτής Βαλαωρίτης εἶναι ἐκεῖνος πού στό τέλος μέ τό ἴδιο του τό χέρι συντάσσει τό σχέδιο γιά τό ψήφισμα τῆς Ἰόνιας Βουλῆς, μέ τό ὁποῖο πραγματοποιεῖται ὁ μεγάλος πόθος τῶν Ἑπτανησιωτῶν: ἡ Ἕνωση μέ τή μητέρα Ἑλλάδα. Ἡ στιγμή πού διαβάζεται τό ψήφισμα αὐτό εἶναι ἡ συγκλονιστικότερη ἴσως τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ. Ὅμως οἱ πολιτικές μικρότητες, οἱ ἀνταγωνισμοί καί οἱ νόθες ἐκλογές στή συνέχεια ἀπογοητεύουν τόν ποιητή, ὁ ὁποῖος φτάνει στό σημεῖο νά χειροδικήσει μέσα στή βουλή ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν Ἰακωβάτων. Ἀναζητᾶ καταφύγιο στό ἰδιόκτητο νησάκι τῆς Μαδουρῆς, ἀπέναντι στή Λευκάδα, ὅπου δέν ἔπαψε νά ἀναζωογονεῖ τήν Ἑλλάδα μέ τά ἐμπνευσμένα τραγούδια του πού τόν ἀνέβασαν στήν κορυφή τοῦ νεοελληνικοῦ Παρνασσοῦ καί τόν ἀναδείξανε ἕναν ἀπό τούς πιό μεγάλους ποιητές τῆς ἐποχῆς του, δεύτερο σέ ἀξία μετά τόν Σολωμό. Ἡ ἀξία αὐτή φαίνεται πολύ καλά στό παρακάτω λυρικό ἐπίγραμμα τοῦ Βαλαωρίτη γραμμένο στίς παραμονές τῆς Ἕνωσης τῆς Ἑπτανήσου μέ τή μητέρα Ἑλλάδα, τό ὁποῖο εἶναι πλημμυρισμένο ἀπό μεγαλεῖο καί πάθος.

Δέν εἶναι διαβατάρικο πουλί,
πού γιά μία μέρα
σχίζει τά νέφη καί περνᾶ γοργό
σάν τόν ἀγέρα
οὔτε κισσός,
π’ ἀναίσθητος
τήν πέτρα περιπλέκει
οὔτ’ ἀστραπή, πού σβήνεται
χωρίς ἀστροπελέκι,
δέν εἶναι νεκροθάλασσα,
βοή χωρίς σεισμό,
νοιώθω γιά σέ πατρίδα μου,
στά σπλάχνα χαλασμό.

Ὁ ποιητής παρομοιάζει τόν πατριωτισμό του μέ χαλασμό, πού ἀναταράζει στά ἐσώβαθα τήν ψυχή του. Ὅλα εἶναι περαστικά στόν ἐξωτερικό κόσμο: τό διαβατάρικο πουλί, πού φεύγει καί χάνεται στά βάθη τοῦ ἀπείρου.

Ὁ ἀναίσθητος κισσός, πού παρότι ἀγκαλιάζει σφιχτά τήν πέτρα δέν νοιώθει τίποτα στή νεκρωμένη ψυχή του. Ἡ ἀστραπή, πού θαμπώνει τόν κόσμο μέ τό ἐκτυφλωτικό φῶς της ὅπως περνᾶ χωρίς ἀστροπελέκι, ἀλλά χωρίς νά δώσει τίποτα ἀπό τήν ψυχή της.

Ἡ νεκροθάλασσα, πού εἶναι ἀπέραντη, ὅμως καμιά πνοή ζωῆς δέν ταράζει τήν ἀπολιθωμένη ἐπιφάνειά της, καί τέλος ἡ ἄγρια βοή, πού σκορπιέται ὑπόκωφη καί φοβερή καί μᾶς κάνει νά νομίζουμε πώς εἶναι προμήνυμα σεισμοῦ, καί ὅμως περνᾶ καί σβήνει χωρίς σεισμό. Ὅλα αὐτά τά σημάδια τοῦ φυσικοῦ κόσμου δέν μποροῦν νά παραβληθοῦν μέ τόν πατριωτισμό τοῦ ποιητῆ, πού βγαίνει διαρκής, καί πολυδύναμος ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του. Τό ποίημα αὐτό ἐκφράζει τό πάθος, τόν πόνο, τήν ἄσβεστη ἀγάπη τοῦ ποιητῆ γιά τήν πατρίδα.

Μέ τόν Ἀριστοτέλη Βαλαωρίτη τό φῶς τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ποιητικῆς παράδοσης μεταφέρεται ἀπό τά χρόνια τοῦ Κάλβου καί τοῦ Σολωμοῦ πρός τίς νεώτερες ἑλληνικές γενιές. Ξαναπαρουσιάστηκε μπροστά στό ἀθηναϊκό κοινό τό 1872, ὅταν ἀπήγγειλε τό ποίημά του γιά τόν Πατριάρχη Γρηγόριο τόν Ε΄, στήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀνδριάντα του.

Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος,
ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;
Τά φτερωτά σου ὄνειρα,
γιατί στό μέτωπό σου
νά μή φυτρώνουν, γέροντα,
τόσες χρυσές ἀχτίδες,
ὅσες μᾶς δίνει ἡ ὄψη σου,
παρηγοριές κι ἐλπίδες;…

Μέ τό ποίημα αὐτό ὁ Βαλαωρίτης καλοῦσε τόν ἑλληνισμό σέ νέο ξεσηκωμό γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν σκλαβωμένων περιοχῶν τῆς Ἑλλάδος ( Ἤπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά, Κρήτη) πού στέναζαν ἀκόμη κάτω ἀπό τόν τούρκικο ζυγό.

Τά Ἑπτάνησα χρωστᾶνε στόν ποιητή τό χρυσό δαχτυλίδι πού τά ἔσμιξε γιά πάντα μέ τήν Ἑλλάδα.

Ἡ Πολιτική τοῦ χρωστάει τόν ρήτορα τῆς παρρησίας, τόν μεγάλο πατριώτη καί τόν πρωταθλητή τοῦ ἤθους. Καί ἡ Ποίηση χρωστάει στόν Βαλαωρίτη τό γεφύρι πού τήν ἔνωσε μέ τό ἐθνικό ἔπος καί τήν ἀδερφωμένη γλώσσα τοῦ λαοῦ.

Ὁ Κωστής Παλαμᾶς ἀφιέρωσε πολλές σελίδες του στό ἔργο τοῦ Βαλαωρίτη, ἐνῷ στά πρῶτα βήματά του ὑπέστη τήν ἐπίδρασή του, καί ὁ Ἄγγελος Σικελιανός ἔγραψε τό 1925 τό ἔξοχο ποίημά του «Ὠδή στόν Βαλαωρίτη».

Στάθηκε ὑποδειγματικός οἰκογενειάρχης. Στοργικός σύζυγος καί γονιός. Μά καί γονιός τραγικός. Μετά τό θάνατο τῶν δύο κοριτσιῶν του, ἡ ἀρρώστια ἑνός ἀπό τούς γιούς του τόν συνέτριψε. Ἡ ἀπό παλιά ἄρρωστη καρδιά του δέν ἄντεξε τό τελευταῖο χτύπημα τῆς ζωῆς.

Πέθανε μακριά ἀπό τούς δικούς του στίς 24 Ἰουλίου τοῦ 1879.