Η διακυβέρνηση της Ελλάδος από τη βα(ρ)υαρική αντιβασιλεία (1832-1835)

Αναρτήθηκε: 12/01/2017

Δημητρίου Γ. Μεταλληνοῦ

Δρ. Ἱστορίας, πτ. Θεολογίας καὶ Γερμανικῆς Φιλολογίας

Ἡ μελέτη τῆς Ἱστορίας δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ταξίδι, μία περιήγηση, στὸν χρόνο, ὅπου ὁ μελετητής της μεταφέρεται νοερὰ σὲ κάποια συγκεκριμένη κοινωνικὴ πραγματικότητα καὶ μάλιστα σ’ ἔνα συγκεκριμένο χρονικὸ πλαίσιο. Ὅσες φορὲς λησμονεῖται ἀπὸ τὸν μελετητὴ τῆς ἱστορίας ἡ ἀναγκαία αὐτὴ ἐπιστημονικὴ ἀρχή, ὁδηγεῖται ὀ ἐρευνητὴς σὲ ἐσφαλμένα, δηλαδὴ ἀνιστόρητα, συμπεράσματα.

Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε λοιπὸν τὴν περίοδο τῆς διακυβέρνησης τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τοὺς Βαυαρούς, θὰ πρέπει νὰ μεταφερθοῦμε ἀρχικὰ στὴν Ἑλλάδα τοῦ 1831 καὶ μάλιστα ἀμέσως μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη της Ἰωάννη Καποδίστρια (27.9//9.10.1831). Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὁλοκληρώθηκε μὲ μεγάλες θυσίες τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἐξεγέρθηκαν πρῶτα γιὰ τοῦ «Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν Ἁγία» (ἐσωτερική – ἐν Χριστῷ ἐλευθερία) καὶ κατόπιν «γιὰ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία» (ἐξωτερικὴ – κρατική ἀνεξαρτησία).

Πῶς, ὅμως, ἔφτασαν οἱ Ἕλληνες μετὰ ἀπὸ τεσσάρων καὶ πλέον αἰώνων δουλεία νὰ παραμένουν Ἕλληνες; Ἁπλούστατα, διότι στὴν πλειονοψηφία τους δὲν εἶχαν ἀπωλέσει τὴν πρώτη, ἄρα οὐσιαστικὴ ἐλευθερία τους (πνευματική). Καὶ βέβαια δὲν τὴν ἀπώλεσαν ὅσοι ἀπὸ τοὺς Ρωμηοὺς ἀντιστάθηκαν στὸν ἐξισλαμισμό, ἄρα καὶ στὴν ἐκτούρκευσή τους. Ἄλλωστε, καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς δουλείας λειτουργοῦσε τὸ (ἄλλοτε κρυφὸ καὶ ἄλλοτε φανερὸ) σχολειό, ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα (κληρικοὺς καὶ λαϊκούς). Αὐτοὶ διατήρησαν ζωντανὴ τὴ συνείδηση τοῦ γένους καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνετέλεσαν στὴν ἐπίτευξη καὶ τοῦ δεύτερου στόχου, δηλαδὴ στὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴ δημιουργία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ διακυβέρνηση τῆς πατρίδας δὲν μποροῦσε – ὅσο κι ἂν ἀντιδροῦσαν οἱ Μ. Δυνάμεις τῆς (ἀν)Ἱερῆς Συμμαχίας – παρὰ νὰ ἀνατεθεῖ στὸν ἡγέτη ποὺ ἐνσάρκωνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐθνικὲς Ἀρχές. Καὶ ὁ μεγαλύτερος Ἕλληνας πολιτικὸς ἡγέτης τῆς συγκεκριμένης περιόδου ἦταν ἀδιαμφισβήτητα ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Ἐκλέχθηκε γιὰ μία ἑπταετία, ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα ἔχει καταλήξει πλέον μὲ ἀδιάψευστα τεκμήρια ὅτι τὰ ξένα μὲ τὸν ἑλληνισμὸ διεθνῆ καὶ ἐγχώρια συμφέροντα τὸν ἀνέχτηκαν μόνο γιὰ… τὴ μισὴ θητεία του. Στὴν ἱστορικὴ αὐτὴ πραγματικότητα ἐντάσσεται ἡ ἔλευση τῆς Ἀντιβασιλείας, τὴν ὁποία ἀποτελοῦσαν οἱ Βαυαροὶ ἀξιωματοῦχοι: ὁ κόμης Ἰωσὴφ Λουδοβίκος Ἄρμανσπεργκ (Armansperg), ὁ Γεώργιος Λουδοβίκος φὸν Μάουρερ (Maurer), ὁ ὁποῖος ἐπέβλεπε τὰ τῆς Δημόσιας Ἐκπαίδευσης καὶ τὰ Ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα καὶ ὁ Ὑποστράτηγος Κάρολος Γουλιέλμος Ἔιντεκ (Heideck), ὁ ὁποῖος ἐπέβλεπε  τὰ Στρατιωτικὰ καὶ τὰ Ναυτικὰ θέματα.

Τὸ τριμελὲς αὐτὸ Ὄργανο συνεπικουροῦσαν ὡς ἀναπληρωματικὰ μέλη οἱ Κάρολος Ἄμπελ, οἰκονομολόγος καὶ νομομαθής, ὁ ὁποῖος ἐπέβλεπε τὰ Οἰκονομικὰ καὶ ὁ Κάρολος Γκράινερ, οἰκονομολόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβλεπε τὰ τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐπόπτευε τὰ τῆς Ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Στὶς 21 Ἰουλίου 1834 ὁ πατέρας τοῦ Ὄθωνα, Λουδοβίκος Α΄ τῆς Βαυαρίας, ἀνακάλεσε τὸν Μάουρερ καὶ τὸν Ἄμπελ καὶ τοὺς ἀντικατέστησε μὲ τοὺς Κόβελ καὶ Γκράινερ ἀντίστοιχα. Ὅ,τι προσπάθησε νὰ οἰκοδομήσει ὁ Καποδίστριας γκρεμίσθηκε μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες ἀπὸ τοὺς Βαυαροὺς καὶ τοὺς ἐθελόδουλους «Ἕλληνες» συνεργάτες τους.

Ἐπιγραμματικὰ μποροῦν νὰ ἀναφερθοῦν τὰ ἀκόλουθα:

1. Δημόσια Διοίκηση: Ἡ Ἀντιβασιλεία διαίρεσὲ την ἑλληνικὴ ἐπικράτεια σὲ δέκα νομοὺς καὶ σαράντα δύο ἐπαρχίες μὲ ἐπικεφαλῆς τοὺς νομάρχες καὶ ἐπάρχους ἀντίστοιχα, οἱ ὁποῖοι διορίζονταν ἀπευθείας ἀπὸ τὴν Ἀντιβασιλεία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταργηθεῖ στὴν πράξη ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκηση.

2. Οἰκονομικά: Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἀντιβασιλείας τὸ ἑλληνικὸ κράτος ἦταν συνεχῶς χρεωκοπημενο, ἐνῷ οἱ φόροι θύμιζαν στοὺς Ἕλληνες πολὶτες τὴν περίοδο τῆς Ὀθωμανοκρατίας μὲ τοὺς κεφαλικοὺς φόρους καὶ τὴ δεκάτη. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἀξιοσημείωτες εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ Maurer στὸ βιβλίο τοῦ «Das Griechische Volk» (Ὁ Ἑλληνικὸς Λαός), χρήσιμες ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας: «Ἡ Ἑλλάδα διαθέτει μεγάλες πλουτοπαραγωγικὲς πηγές, ποὺ ἂν γίνει ἡ κατάλληλη ἐκμετάλλευσή τους, θὰ μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσει μία σημαντικὴ οἰκονομικὴ ἄνοδο. […] Γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση ὅμως ὅλου αὐτοῦ τοῦ πλούτου, τίποτα δὲν ἔχει γίνει.[…]. Ὅλη γενικὰ ἡ ὀργάνωση ἔμεινε ἐλαττωματική, ἔτσι ποὺ ὄχι μονάχα καμμιὰ οἰκονομικὴ πράξη δὲν μπορεῖ νὰ ἐλεγχθεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ προϋπολογισμὸς νὰ καταστρωθεῖ».

3. Στρατός: Ἡ Ἀντιβασιλεία διέλυσε ὅλα τὰ ἄτακτα στρατεύματα καὶ ἀπομακρύνθηκαν οἱ στρατολογηθέντες μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη. Ὁ«ἑλληνικὸς» στρατὸς ἀπαρτιζόταν ἀπὸ 3.500 Βαυαροὺς μισθοφόρους καὶ ἀπὸ 1.200 Ἕλληνες στρατιῶτες. Μὲ τον τρόπο αὐτὸν παραγκωνίσθηκαν οἱ περισσότεροι ἀγωνιστὲς τῆς Ἑλληνικὴς Ἐπανάστασης, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκληθοῦν ἔντονες ἀντιδράσεις, ἐνῷ κάποιες ἐξεγέρσεις πνίγηκαν στὸ αἷμα. Στὴν περιρρέουσα αὐτὴ ἀτμόσφαιρα συνελήφθησαν καὶ φυλακίστηκαν πολλοὶ γνωστοὶ στρατιωτικοί, ἐνῷ ἀπὸ δίκη πέρασαν οἱ Κολοκοτρώνης καὶ Πλαπούτας, ποὺ καταδικάστηκαν ἀρχικὰ σὲ θάνατο, ἀλλὰ ἡ ποινή τους μετατράπηκε σὲ εἴκοσι χρόνια φυλάκιση, ὕστερα ἀπὸ τὴ διαφωνία δύο δικαστῶν. Τελικὰ ἀπελευθερώθηκαν καὶ οἱ δύο, ὅταν ἀνέλαβε τὴ διοίκηση τοῦ Κράτους ὁ Ὄθωνας.

4. Ἐκπαίδευση: Τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας (καὶ πιὸ συγκεκριμένα ὁ Μάουρερ) ἔλαβαν ἀποφάσεις καὶ ἐξέδωσαν διατάγματα σύμφωνα μέ τὰ ὁποῖα: ἱδρύθηκαν δημοτικὰ σχολεῖα σὲ ὅλους τοὺς δήμους, μὲ ὑποχρεωτικὴ φοίτηση γιὰ παιδιὰ ἄνω τῶν 6 ἐτῶν (7ετής φοίτηση), ἱδρύθηκαν ἑλληνικὰ σχολεῖα σὲ ὅλες τὶς ἐπαρχίες (3ετὴς φοίτηση), στὰ ὁποῖα γίνονταν δεκτοί, μετὰ ἀπὸ ἐξετάσεις, οἱ ἀπόφοιτοι τῆς Δ΄ τάξης τοῦ Δημοτικοῦ καὶ ἱδρύθηκαν γυμνάσια στὴν ἕδρα κάθε νομοῦ (4ετὴς φοίτηση). Τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῆς Ἑλλάδος ὀργανώθηκε πάνω στὰ πρότυπα τοῦ ἀντίστοιχου βαυαρικοῦ. Οὐσιαστικὰ «μετακενώθηκε» αὐτούσιο ἕνα συγκεκριμένο ἐκπαιδευτικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο ἐξυπηρετοῦσε διαφορετικὲς ἐκπαιδευτικὲς ἀνάγκες καὶ προτεραιότητες στὴ Βαυαρία. Κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ περιεχομένου τῶν σπουδῶν ἦταν ὁ κλασσικισμὸς καὶ ἡ ἀρχαιολατρία, ἐνῷ ἐλάχιστη βάση δινόταν στὴν ἀπόκτηση θετικῶν καὶ τεχνικῶν γνώσεων.

5. Ἐκκλησία: Ἡ Ἐκκλησία ἑξακολουθοῦσε νὰ ὑπάγεται στὴ διοίκηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὁδήγησε στὴ διακοπὴ τῶν σχέσεων μὲ τὸ Πατριαρχεῖο. Ἡ Ἀντιβασιλεία προχώρησε στὴ ρύθμιση τῶν σχέσεων μὲ τὴ συγκρότηση ἑπταμελοῦς, μεικτῆς ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν ἐκπόνηση Σχεδίου Κανονισμοῦ ἢ Συντάγματος Ἐκκλησιαστικοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποφασιζόταν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀνεξαρτησία (Αὐτοκέφαλο) τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ σύσταση Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ πραξικοπηματικὴ καὶ ἀντικανονικὴ αὐτὴ ἐνέργεια εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἐπὶ δεκαεπτὰ ἔτη (1833-1850) νὰ μὴν ὑπάρχει (ἐπι)κοινωνία μεταξύ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Στὸ πλαίσιο τοῦ «ἐκσυγχρονισμοῦ» τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν Ἀντιβασιλεία, ἔκλεισαν ὅλα τὰ μοναστήρια ποὺ εἶχαν κάτω ἀπὸ ἕξι μοναχούς, ἐνῷ οἱ ἐπισκοπὲς περιορίστηκαν σὲ δέκα. Ἔκλεισαν τὰ γυναικεῖα μοναστήρια καὶ ἀπαγορεύτηκαν οἱ δωρεές. Ἐκποιήθηκε, τέλος, μεγάλο μέρος τῆς περιουσίας τῶν ναῶν γιὰ τὰ κονδύλια τοῦ κράτους, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε μεγάλες ἀντιδράσεις. Ἀνακεφαλαιώνοντας τὴ σύντομη αὐτὴ ἱστορικὴ προσέγγιση μποροῦμε, μετὰ ἀπὸ ἐνδελεχῆ ἔρευνα στὰ ἀρχεῖα τῶν Βαυαρῶν, νὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐνῷ ὁ Καποδίστριας ἀγωνιζόταν νὰ δημιουργήσει ἔνα σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος μὲ Ἕλληνες πολῖτες, οἱ Βαυαροὶ τῆς Ἀντιβασιλείας ἐπεδίωκαν νὰ ὀργανώσουν ἕνα δυτικοευρωπαϊκὸ (Βαυαρικὸ) προτεκτοράτο μὲ εὐρωπαίους πολίτες. Μία διοικητικὴ διεργασία καὶ ἀντίληψη, ποὺ κυριαρχεί μέχρι σήμερα στὴν πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου μας.