ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ

Αναρτήθηκε: 17/07/2012

 

Νί­κου Γ. Ζυ­γο­γι­άν­νη Κα­θη­γη­τοῦ

Πρ. Προ­έ­δρου Πα­νελλ. Σ. Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων

     Οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι εἶ­ναι ἕ­να πα­νάρ­χαι­ο πρω­το­ελ­λη­νι­κὸ φῦ­λο. Νο­μά­δες κτη­νο­τρό­φοι, ζοῦ­σαν στὰ βου­νὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὸ χει­μῶνα στὰ χει­μα­δι­ὰ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι σ᾿ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ Ἑλ­λά­δα.

     Κοι­τί­δα τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων ἦ­ταν ἡ Ὀρο­σει­ρὰ τῆς κεν­τρι­κῆς καὶ νό­τι­ας Πίν­δου καὶ ἡ Ρού­με­λη μὲ ἐ­πί­κεν­τρο τὰ ΑΓΡΑΦΑ, χῶ­ρος ποὺ λό­γῳ τῆς γε­ω­φυ­σι­κῆς του κα­τά­στα­σης ἦ­ταν ἀ­πά­τη­τος, δὲν ἦ­ταν γραμ­μέ­νος που­θε­νὰ καὶ γι᾿ αὐ­τὸ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ αὐ­τό­νο­μους καὶ ἐ­λεύ­θε­ρους ἀν­θρώ­πους. Ὁ  δι­α­σκορ­πι­σμός τους ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ κοι­τί­δα τους πρὸς τὴν ὑ­πό­λοι­πη ἠ­πει­ρω­τι­κὴ Ἑλ­λά­δα ἔ­γι­νε ἐ­πὶ Τουρ­κο­κρα­τί­ας καὶ κυ­ρί­ως τὸν 18ο αἰ­ῶ­να, στὰ χρό­νι­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ.

Ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μά τους ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς καὶ δι­ά­φο­ρες ἐ­τυ­μο­λο­γί­ες.

Σύμ­φω­να μὲ τὴ Σα­ρα­κατ­σά­νι­κη πα­ρά­δο­ση πῆ­ραν τὸ ὄ­νο­μά τους ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους.

     Ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἡ ἅ­λω­ση τῆς Κων/πολης, οἱ Σ. φό­ρε­σαν μαῦ­ρα ροῦ­χα, ὡς  ἔν­δει­ξη πέν­θους, καὶ δὲν ὑ­πο­τά­χθη­καν στὸν κα­τα­κτη­τή. Οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς ἔ­βλε­παν στὰ μαῦ­ρα καὶ ἀ­νυ­πό­τα­κτους νὰ με­τα­κι­νοῦν­ται συ­νε­χῶς.

     Γι᾿ αὐ­τὸ τοὺς ὀ­νό­μα­σαν «Κα­ρα­κατ­σάν» (κα­ρὰ=μαῦ­ρος καὶ κατ­σάν=φυ­γάς, ἀ­νυ­πό­τα­κτος), δηλ. «μαῦ­ροι φυ­γά­δες». Ἀ­πὸ τὸ Κα­ρα­κατ­σάν μὲ πα­ρα­φθο­ρὰ προ­ῆλ­θε ἡ λέ­ξη «Σα­ρα­κατ­σά­νος». Μί­α ἄλ­λη πι­θα­νὴ ἐ­τυ­μο­λο­γί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν τουρ­κι­κὴ λέ­ξη σα­ράν ποὺ ση­μαί­νει «φορ­τώ­νειν» ἢ σι­α­ρὶκ =κλέφ­της) καὶ τὴν τουρ­κι­κὴ με­το­χὴ κατ­σάν=φυ­γάς, ἀ­νυ­πό­τα­κτος, (σα­ράν+κατ­σάν=Σα­ρα­κατ­σά­νος) γι­α­τί ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ φόρ­τω­ναν τὰ πράγ­μα­τά τους καὶ με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ τὰ κο­πά­δι­α τους καὶ γι᾿ αὐ­τὸ τοὺς ἔ­δω­σαν αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα οἱ Τοῦρ­κοι.

     Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὶς με­τα­κι­νή­σεις τους καὶ τὸν ἐ­ναλ­λασ­σό­με­νο τό­πο δι­α­μο­νῆς τους ἔ­χουν τὰ ἴ­δι­α ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα καὶ κυ­ρί­ως μι­λοῦν τὴν ἴ­δι­α γλῶσ­σα, τὴν Ἑλ­λη­νι­κή, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξέ­να στοι­χεῖ­α, ἀ­ναλ­λοί­ω­τη, ποὺ φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα τῆς Δω­ρι­κῆς δι­α­λέ­κτου. Τὸ ἴ­δι­ο ἀ­ναλ­λοί­ω­τοι καὶ ἀ­μό­λυν­τοι ἀ­πὸ ἀλ­λό­φυ­λες ἐ­πι­μει­ξί­ες πα­ρέ­μει­ναν καὶ οἱ Σα­ρα­κατ­σι­ά­νοι, οἱ «κα­τα­λα­γα­ρώ­τε­ροι Ἕλ­λη­νες» ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Στέ­φα­νος Γρα­νίτ­σας. Δι­α­τή­ρη­σαν τὰ ἔ­θι­μα, τὶς συ­νή­θει­ες καὶ τοὺς κα­νό­νες συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς καὶ δι­α­βί­ω­σης κα­τὰ τρό­πο πι­στὸ καὶ αὐ­θεν­τι­κό. Στη­ρί­χθη­καν στὰ πα­ρα­δο­σι­α­κά τους ἔ­θι­μα καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους ταυ­τό­τη­τα καὶ δὲν ἐ­πέ­τρε­ψαν στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα ἀλ­λο­ε­θνῆ καὶ ξε­νό­γλωσ­ση κοι­νω­νί­α νὰ εἰ­σβάλ­λει στὴ δι­κή τους. Ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή τους εὐ­ρω­στί­α καὶ αὐ­το­νο­μί­α καὶ ἡ δι­α­βί­ω­σή τους σὲ καλ­ύ­τε­ρες ὑ­λι­κὲς συν­θῆ­κες τοὺς ὁ­δή­γη­σε, σὲ μί­α οὐ­σι­α­στι­κὰ καὶ τυ­πι­κά, ἐ­σω­τε­ρί­κευ­ση, τή­ρη­ση καὶ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐ­θι­μι­κῶν κα­νό­νων δι­α­βί­ω­σης καὶ κοι­νω­νι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.

    Ἡ χρή­ση μί­ας καὶ μό­νο γλώσ­σας, τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς, ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι οἱ Σα­ρα­κατ­σι­α­ναῖ­οι εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς Βλά­χους, (Οἱ Βλά­χοι τῆς Ἑλ­λά­δας γνω­στοὶ καὶ μὲ ἄλ­λα ὀ­νό­μα­τα κα­τὰ πε­ρι­ο­χές: Κουτ­σό­βλα­χοι, Ἀρ­βα­νι­τό­βλα­χοι, κ.τ.λ. ἐ­νῶ οἱ ἴ­δι­οι αὐ­το­α­πο­κα­λοῦν­ται Βλα­χό­φω­νοι Ἕλ­λη­νες) ποὺ μι­λοῦ­σαν ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ τὰ Βλά­χι­κα. Ἐ­πει­δὴ ἡ λέ­ξη Βλά­χος χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γι­ὰ νὰ δη­λώ­σει τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­χει πρό­βα­τα, τὸν κτη­νο­τρό­φο, τὸν βο­σκὸ καὶ ἐ­πει­δὴ ἡ κτη­νο­τρο­φι­κὴ ζω­ὴ ἦ­ταν κοι­νό τους στοι­χεῖ­ο, ἐ­πῆλ­θε σύγ­χυ­ση πό­τε ἕ­νας Βλά­χος (=αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει πρό­βα­τα, ὁ κτη­νο­τρό­φος, ὁ βο­σκὸς) εἶ­ναι Σα­ρα­κατ­σι­ά­νος καὶ πό­τε Βλά­χος (=Βλα­χό­φω­νο). Μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως ὅ­τι οἱ Σ. ἦ­ταν κα­θα­ροὶ νο­μά­δες καὶ δὲν εἶ­χαν που­θε­νὰ χω­ρι­ό, ἐ­νῶ οἱ  Βλά­χοι ζοῦ­σαν νο­μα­δι­κὰ καὶ ἡ­μι­νο­μα­δι­κά, ἦ­ταν πρὶν αἰ­ῶ­νες ἐγ­κα­τα­στη­μέ­νοι σὲ χω­ρι­ὰ καὶ ἀ­σχο­λή­θη­καν καὶ μὲ τὸ ἐμ­πό­ρι­ο, τὶς τέ­χνες καὶ τὰ γράμ­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι στὰ μέ­σα τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ῶνα ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὸ νο­μα­δι­σμό. Ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἐν­δυ­μα­σί­α, στὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα, στὸν τρό­πο ζω­ῆς ξε­χω­ρί­ζουν οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι ἀ­πὸ τοὺς Βλά­χους, ποὺ δὲν ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πι­μει­ξί­α με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀ­λι­σβε­ρί­σι εἶ­χαν…

     Ὁ τρό­πος ζω­ῆς τους ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νος μὲ ἕ­να εἶ­δος ποι­με­νι­κῆς συ­νερ­γα­σί­ας, τὸ «Τσε­λιγ­κά­το». Εἴ­τε βρί­σκον­ταν στὰ βου­νὰ γι­ὰ ξε­κα­λο­και­ρι­ό, εἴ­τε τὸ χει­μῶνα στὰ χει­μα­δι­ά, ἀ­δέρ­φι­α, πρω­το­ξα­δέρ­φι­α καὶ δεύ­τε­ρα ξα­δέρ­φι­α ἔ­σμι­γαν τὰ κο­πά­δι­α τους σὲ ἕ­να εἶ­δος συ­νε­ται­ρι­σμοῦ, γι­ὰ τὴν καλ­ύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γι­κὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ δι­ά­θε­ση τῶν κτη­νο­τρο­φι­κῶν τους προ­ϊ­όν­των. Ἀρ­χη­γὸς τοῦ «Τσε­λιγ­κά­του» ἦ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας (ἀρ­χι­ποι­μέ­νας), πλού­σι­ος κτη­νο­τρό­φος, μὲ πολ­λὰ πρό­βα­τα, ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε γι­ὰ τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του: ἔ­ξυ­πνος, δυ­να­μι­κός, κοι­νω­νι­κός, εὐ­έ­λι­κτος, τολ­μη­ρός, ἔν­τι­μος καὶ δί­και­ος…

     Αὐ­τὸς κα­νό­νι­ζε σχε­δὸν τὰ πάν­τα ποὺ εἶ­χαν σχέ­ση μὲ τὸ τσε­λιγ­κά­το (ἐ­νοι­κί­α­ση βο­σκο­τό­πων, πώ­λη­ση γά­λα­κτος καὶ τυ­ρο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των,  ἀρ­νι­ῶν, μαλ­λι­ῶν κ.τ.λ.). Εἶ­χε ὅ­μως καὶ κοι­νω­νι­κὸ ρό­λο στὴ στά­νη: συμ­βού­λευ­ε -μα­ζὶ μὲ τοὺς γε­ρον­τό­τε­ρους- καὶ ἔ­λυ­νε δι­α­φο­ρές. Ὅ­λοι οἱ σμίχ­τες εἶ­χαν συμ­με­το­χὴ στὰ κέρ­δη καὶ τὶς ζη­μι­ὲς τοῦ κο­πα­δι­οῦ. Τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου γι­ὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου γι­ὰ τὸ χει­μῶνα ἔ­κα­ναν λο­γα­ρι­α­σμὸ καὶ ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῶν ἐ­σό­δων καὶ ἐ­ξό­δων τοῦ τσε­λιγ­κά­του καὶ πάν­τα κρα­τοῦ­σαν πα­ρα­στα­τι­κὰ (τεφ­τέ­ρι­α). Οἱ Τσο­πα­να­ραῖ­οι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν λί­γα ἢ κα­θό­λου πρό­βα­τα καὶ δὲν εἶ­χαν δι­κό τους τσε­λιγ­κά­το. Μὲ τὰ πρό­βα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἄλ­λα ζῶ­α τοὺς ἔ­δε­νε στε­νὴ σχέ­ση. Τὰ φρόν­τι­ζαν καὶ τὰ πρό­σε­χαν ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἀ­φοῦ ἦ­ταν γι᾿ αὐ­τοὺς ὅ­λη τους ἡ πε­ρι­ου­σί­α.

 

     Τὸ σπί­τι τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων (τὸ κο­νά­κι), ποὺ τὸ κα­τα­σκεύ­α­ζαν μό­νοι τους, ἦ­ταν ἕ­να κα­λύ­βι μὲ σά­λω­μα καὶ ἦ­ταν δύ­ο τύ­πων: α) τὸ ὀρ­θὸ κο­νά­κι (κω­νο­ει­δὴς κα­λύ­βα), ποὺ κα­τέ­λη­γε στὴν κο­ρυ­φή του σὲ σταυ­ρὸ καὶ εἶ­χε στὸ κέν­τρο τὴν ἑ­στί­α (φω­το­γώ­νι) καὶ γύ­ρω-γύ­ρω δι­α­σκευ­α­σμέ­νους χώ­ρους ὅ­που το­πο­θε­τοῦ­σαν ροῦ­χα, εἴ­δη μα­γει­ρι­κῆς κ.τ.λ., ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χε στα­θε­ρὴ θέ­ση γι­ὰ τὸ εἰ­κό­νι­σμα β) ὁ πλά­γι­ος τύ­πος μὲ δίρ­ριχ­τη στέ­γη ποὺ κα­τα­σκευ­α­ζό­ταν ἀ­πὸ κορ­μοὺς δέν­τρων, ξύ­λα (πε­λε­κού­δι­α) καὶ κλα­δι­ὰ ἐ­λά­των (μπάτ­σες). Τὰ «κο­νά­κι­α», ὁ οἰ­κι­σμὸς δηλ. τὸ σύ­νο­λο τῶν νο­μα­δι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴ Στά­νη. Στά­νη καὶ τσε­λιγ­κά­το δὲν ταυ­τί­ζον­ταν. Μπο­ρεῖ μί­α στά­νη νὰ εἶ­χε δύ­ο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρα τσε­λιγ­κά­τα. Τὸ ἀν­τί­στρο­φο ὄ­χι.

     Ἡ Σα­ρα­κατ­σά­νι­κη οἰ­κο­γέ­νει­α ἦ­ταν πα­τρι­αρ­χι­κή. Αὐ­στη­ρὴ πει­θαρ­χί­α καὶ ἄ­γρα­φοι ἀ­πα­ρα­σά­λευ­τοι νό­μοι ὅ­ρι­ζαν τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κά­θε μέ­λους της.

     Ἀρ­χη­γὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας ἦ­ταν ὁ ἄν­δρας, ὁ πα­τέ­ρας. Στὸν πα­τέ­ρα καὶ  τὴ μά­ννα ὑ­πῆρ­χε ἀ­πό­λυ­τος σε­βα­σμός. Τὸ κο­ρίτ­σι τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε ἡ ντρο­πα­λο­σύ­νη, ἡ κα­λὴ ἀ­να­τρο­φὴ καὶ ὁ κα­λὸς ψυ­χι­κὸς κό­σμος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν σε­μνό, συγ­κρα­τη­μέ­νο στὶς πρά­ξεις, τὰ λό­γι­α καὶ τοὺς τρό­πους του. Ὁ στυ­λο­βά­της ὅ­μως τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας ἦ­ταν ἡ γυ­ναῖκα, ποὺ σή­κω­νε ὅ­λο τὸ βά­ρος τῶν εὐ­θυ­νῶν. Αὐ­τὴ εἶ­χε κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­να­λά­βει ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ρι­οῦ (νὰ φέ­ρει ξύ­λα, ν᾿ ἀ­νά­ψει φω­τι­ά, νὰ φέ­ρει νε­ρὸ ἀ­πὸ τὴ βρύ­ση μὲ τὴ βα­ρέ­λα, νὰ πε­ρι­ποι­η­θεῖ τὰ παι­δι­ά, νὰ κά­μει τὸ νοι­κο­κυ­ρι­ὸ τοῦ κο­να­κι­οῦ κ.τ.λ.), ἀλ­λὰ καὶ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δου­λει­ὲς τῶν προ­βά­των (πα­ρα­γω­γὴ γα­λα­κτο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των, κα­τα­σκευ­ή, στρώ­σι­μο, ξέ­στρω­μα μαν­τρι­ῶν κ.τ.λ.). Ἡ ρό­κα, γι­ὰ τὸ γνέ­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ, ἦ­ταν ἡ ἀ­χώ­ρι­στη συν­τρο­φι­ά της. Ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νε τὴν εἶ­χε μα­ζί της. Τὸ γνέ­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ ἦ­ταν γι­ὰ τὴ Σα­ρα­κατ­σά­να εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ «σκό­λη». Ἐ­κεῖ­νο ὅ­μως ποὺ τὴν κρα­τοῦ­σε «σκλα­βω­μέ­νη» ἦ­ταν ὁ ἀρ­γα­λει­ός. Ἡ Σ. ἦ­ταν μί­α ἀ­φα­νὴς ἡ­ρω­ΐ­δα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴν οἰ­κο­γέ­νει­α μὲ θρη­σκευ­τι­κὴ εὐ­λά­βει­α καὶ προ­σή­λω­ση. Ἐ­νέ­πνε­ε ὅ­μως σε­βα­σμὸ καὶ ἔ­χαι­ρε ἐ­κτί­μη­ση, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν γί­νον­ταν μη­τέ­ρα.

     Ἡ παι­δεί­α τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων ἦ­ταν σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­κτη. Οἱ σκλη­ρὲς συν­θῆ­κες ζω­ῆς καὶ οἱ συ­νε­χεῖς με­τα­κι­νή­σεις τους στὶς ὀ­ρει­νὲς πε­ρι­ο­χὲς δὲν  ἐ­πέ­τρε­παν τὴ μόρ­φω­ση τῶν παι­δι­ῶν τους σὲ Σχο­λεῖ­α. Κά­ποι­α τσε­λιγ­κά­τα, τὸ κα­λο­καί­ρι, μὲ δι­κά τους ἔ­ξο­δα μί­σθω­ναν δά­σκα­λο, συ­νή­θως συν­τα­ξι­οῦ­χο, γι­ὰ νὰ δώ­σει κά­ποι­ες γνώ­σεις στὰ παι­δι­ά. Τὰ παι­δι­ὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ μα­θή­μα­τα σὲ μί­α εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νη κα­λύ­βα, τὸ «δα­σκα­λο­κά­λυ­βο». Εἶ­χαν ὅ­μως μί­α βα­θει­ὰ αἴ­σθη­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γλωσ­σι­κοῦ ὀρ­γά­νου. Ἀ­πὸ τὶς ἀ­φη­γή­σεις τους δι­α­πι­στώ­νει κα­νεὶς μί­α λι­τό­τη­τα καὶ πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση, ἐ­νῶ στὰ τρα­γού­δι­α τους φαί­νε­ται μία­ βα­θει­ὰ αἴ­σθη­ση τοῦ ρυθ­μοῦ καὶ τοῦ μέ­τρου.

 

     Οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι ἦ­ταν πι­στοὶ χρι­στι­α­νοί, χω­ρὶς με­γά­λη θε­ω­ρη­τι­κὴ κα­τάρ­τι­ση.

     Τε­λοῦ­σαν ὅ­μως τὰ θρη­σκευ­τι­κά τους κα­θή­κον­τα καὶ ἔ­νοιω­θαν δέ­ος γι­ὰ τὰ Μυ­στή­ρι­α, εἰ­δι­κά τοῦ γά­μου καὶ τῆς βά­πτι­σης. Τὶς με­γά­λες γι­ορ­τὲς τῆς Χρι­στι­α­νο­σύ­νης καὶ τὶς ὀ­νο­μα­στι­κὲς γι­ορ­τὲς τὶς γι­όρ­τα­ζαν μὲ με­γα­λο­πρέ­πει­α, ὅ­που κι ἂν βρί­σκον­ταν. Γλεν­τοῦ­σαν συ­χνὰ μὲ χο­ρὸ καὶ τρα­γού­δι­α. Τὰ τρα­γού­δι­α, προ­ϊ­ὸν ἱ­στο­ρι­κῆς καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς ἐ­σω­τε­ρί­κευ­σης γε­γο­νό­των καὶ κα­τα­στά­σε­ων, κα­τα­τάσ­σον­ται σὲ τρεῖς ἑ­νό­τη­τες: στὰ κλέφ­τι­κα, στὰ ποι­με­νι­κὰ καὶ τῆς λε­βεν­τι­ᾶς, τῆς Χα­ρᾶς (γά­μου) καὶ τῆς ἀ­γά­πης, καὶ τοῦ χω­ρι­σμοῦ καὶ τῆς ξε­νη­τει­ᾶς. Οἱ χο­ροὶ τους λε­βέν­τι­κοι, ἔ­χουν τὴν κα­τα­γω­γή  τους  στὸν  ἀρ­χαῖ­ο  ἑλ­λη­νι­κὸ ρυθ­μό.  Τὸ  παί­ξι­μο τῆς φλο­γέ­ρας -τὸ κα­τε­ξο­χὴν μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο- γι­ὰ τὸ Σα­ρα­κατ­σά­νο τσο­πά­νη ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α. Ἰ­δι­αί­τε­ρα γλεν­τοῦ­σαν, ὅ­ταν γί­νον­ταν κά­ποι­ος γά­μος στὸ τσε­λιγ­κά­το. Ὁ γά­μος μα­ζὶ μὲ τὴ γέν­νη­ση τῶν παι­δι­ῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τοὺς δύ­ο κύ­ρι­ους πό­λους τῆς Σα­ρα­κατ­σά­νι­κης κοι­νω­νί­ας. Ὁ γά­μος ἦ­ταν ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ φαι­νό­με­νο πο­λυ­δι­ά­στα­το, μὲ ἕ­να κύ­κλο πρά­ξε­ων, στά­σε­ων, συμ­βό­λων καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρῶν. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ἦ­ταν ἡ ἐν­δο­γα­μί­α. Κοι­νω­νι­κὸς σκο­πὸς τοῦ γά­μου ἦ­ταν ἡ ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ (γέν­νη­ση καὶ ἀ­να­τρο­φὴ παι­δι­ῶν) καὶ ἡ κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­νο­μὴ τῆς ἐρ­γα­σί­ας. Ἀλ­λά, καὶ τὸ θά­να­το πε­ρι­βά­λουν μὲ ἕ­να κύ­κλο ἐκ­δη­λώ­σε­ων καὶ πρά­ξε­ων ποὺ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι ἦ­ταν προ­ε­τοι­μα­σμέ­νοι γι­ὰ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο αὐ­τὸ γε­γο­νός. Στὶς με­τα­κι­νή­σεις τους, στὸ ξε­κα­λο­και­ρι­ὸ ἢ τὸ χει­μα­δι­ό, εἶ­χαν πάν­τα μα­ζί τους τὴ νε­κρο­αλ­λα­ξι­ά. Τὰ τσε­λιγ­κά­τα συ­νέ­βα­λαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στοὺς ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Στὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 οἱ Σα­ρα­κατ­σι­α­ναῖ­οι ἦ­ταν τὰ στη­ρίγ­μα­τα τῆς κλεφ­του­ρι­ᾶς -ὅ­πως καὶ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βου­νοῦ- καὶ τῆς ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Κά­θε οἰ­κο­γέ­νει­α εἶ­χε δώ­σει κι ἀ­πὸ ἕ­ναν Κλέφ­τη. Πολ­λοὶ ἦ­ταν καὶ οἱ ἐ­πώ­νυ­μοι Σα­ρα­κατ­σά­νοι ἀ­γω­νι­στὲς (Ἁρ­μα­τω­λοὶ καὶ Κλέφ­τες) τῆς προ­ε­πα­να­στα­τι­κῆς καὶ τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς πε­ρι­ό­δου, ὅ­πως οἱ Ἁρ­μα­τωλοὶ τοῦ Καρ­πε­νη­σί­ου Συ­κά­δες, ὁ Β. Δί­πλας, ὁ Χα­σι­ώ­της καὶ ὁ Λε­πε­νι­ώ­της (ἀ­δέλ­φι­α τοῦ Κατ­σαν­τώ­νη), ὁ Φαρ­μά­κης, ὁ Γ. Τσόγ­κας, ὁ Ἀ­ρα­πο­γι­άν­νης, ὁ Λι­ά­κος καὶ κυ­ρί­ως τὰ κα­μά­ρι­α τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων, ὁ Κατ­σαν­τώ­νης καὶ ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης πο­λε­μι­στὲς καὶ κα­πε­τά­νι­οι τῶν Ἀ­γρά­φων, Τζου­μέρ­κων καὶ Ρού­με­λης. Στὸν Μα­κε­δο­νι­κὸ Ἀ­γῶνα βο­ή­θη­σαν τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀν­τάρ­τι­κα Σώ­μα­τα ὡς ὁ­δη­γοί, ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι, τρο­φο­δό­τες καὶ σύν­δε­σμοι. Πε­ρι­έ­θαλ­ψαν τραυ­μα­τί­ες στὶς στά­νες τους, δι­έ­θε­σαν τρό­φι­μα, ἱ­μα­τι­σμό, με­τέ­φε­ραν ὅ­πλα καὶ συμ­με­τεῖ­χαν οἱ ἴ­δι­οι στὰ ἀν­τάρ­τι­κα Σώ­μα­τα, ὅ­πως ὁ ὁ­πλαρ­χη­γὸς Κ. Γα­ρέ­φης κ.ἄ. Ὁ Παῦ­λος Με­λᾶς συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τοὺς Σ. Ἀ­νώ­νυ­μοι ἀ­γω­νι­στὲς ἐ­πί­σης ἀν­τι­στά­θη­καν σ᾿ ὅ­λους τούς κα­τα­κτη­τές…

 

     Αὐ­τὸ ποὺ ἄ­φη­σαν πί­σω τους ὡς κλη­ρο­νο­μι­ὰ οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι δὲν εἶ­ναι μαρ­μά­ρι­να ἀ­γάλ­μα­τα, πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς, βι­βλί­α προ­γο­νι­κά, ἀλ­λὰ μᾶς κλη­ρο­δό­τη­σαν ὑ­πέ­ρο­χα ξυ­λό­γλυ­πτα καὶ ὄ­μορ­φα ὑ­φαν­τὰ, ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ φι­λο­τέ­χνη­σαν γι­ὰ νὰ κά­νουν τὴ ζω­ὴ τους εὐ­κο­λό­τε­ρη. Ἡ γυ­ναῖ­κα ἔφ­τια­χνε μό­νη της τὶς ἀν­τρι­κὲς καὶ γυ­ναι­κεῖ­ες φο­ρε­σι­ές. Με­τὰ τὸν κοῦ­ρο, τὸ ξά­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ, τὸ γνέ­σι­μο, ἡ ὕ­φαν­ση, τὸ ρά­ψι­μο ἦ­ταν δι­κι­ά της δου­λει­ά. Οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι δὲ φό­ρε­σαν πο­τὲ ἄλ­λο ξε­νι­κὸ ὕ­φα­σμα, πα­ρὰ μο­νά­χα ὑ­φά­σμα­τα δι­κῆς τους κα­τα­σκευ­ῆς. Ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῶν σκού­ρων χρω­μά­των στὶς φο­ρε­σι­ές, τὰ ὑ­πέ­ρο­χα χρώ­μα­τα καὶ σχέ­δια­ στὶς «πα­να­οῦ­λες», τὶς μι­κρὲς πο­δι­ὲς ἀ­πὸ χον­τρὸ μάλ­λι­νο ὕ­φα­σμα, ὁ ὁ­λο­κέν­τη­τος κόκ­κι­νος φλάμ­που­ρας τοῦ γά­μου μὲ θέ­μα­τα αὐ­στη­ρῆς συμ­με­τρί­ας ἀ­νά­με­σα καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις γω­νί­ες τοῦ σταυ­ροῦ εἶ­ναι με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ στοι­χεῖ­α τῆς Σα­ρακ. τέ­χνης.

     Σή­με­ρα ἡ ποι­ο­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ καὶ ὁ κοι­νω­νι­κὸς με­τα­σχη­μα­τι­σμὸς τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ κά­θο­δός τους ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ στὶς πε­δι­ά­δες, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη τοῦ πλά­νη­τα βί­ου, ἡ ἀ­γρο­τι­κὴ δι­α­βί­ω­ση (ἕ­να μι­κρὸ πο­σο­στὸ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κτη­νο­τρο­φί­α), ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ ἐ­λεύ­θε­ρα ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἡ συμ­με­το­χή τους στὶς μι­σθω­τὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἰ­δι­ω­τι­κὲς καὶ δη­μό­σι­ες, ἡ ἀ­νά­δει­ξή τους στὴν ἐ­πι­στή­μη, τὶς τέ­χνες, τὰ γράμ­μα­τα καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μόρ­φω­σαν μί­α Σα­ρακ. κοι­νω­νί­α ποὺ συν­δυ­ά­ζει τὴν πα­ρά­δο­ση μὲ τὸν ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό. Ἰ­δι­αί­τε­ρα δι­έ­πρε­ψαν στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει το­μέ­ας στὸν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ χῶ­ρο, στὸν ὁ­ποῖο­ νὰ μὴν ἔ­χουν συμ­με­το­χὴ οἱ Σ. Ὅ­μως οἱ ἀρ­χές τους καὶ οἱ ἀ­ξί­ες τῆς ζω­ῆς δὲν ἄλ­λα­ξαν. Φι­λή­συ­χοι καὶ φι­λό­ξε­νοι, νο­μο­τα­γεῖς, ἀ­ξι­ο­πρε­πεῖς, ἐρ­γα­τι­κοὶ καὶ ἀ­ξι­ό­πι­στοι δι­α­κρί­νον­ται γι­ὰ τὸ μα­χη­τι­κό τους πνεῦ­μα, τὸ σφρί­γος καὶ τὴν ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τά τους…

     Ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ με­τά, ποὺ οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι δι­α­σκορ­πί­στη­καν στὶς πό­λεις καὶ τὰ χω­ρι­ά, σα­ραν­τα­πέν­τε πο­λι­τι­στι­κοὶ Σύλ­λο­γοι καὶ ἡ Πα­νελ­λή­νια­ Ὁ­μο­σπον­δί­α Συλ­λό­γων Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων (ΠΟΣΣ) προ­σπα­θοῦν νὰ κρα­τή­σουν καὶ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴ Σ. πα­ρά­δο­ση καὶ νὰ ἀν­τι­στα­θοῦν στὴν ἀ­φο­μοι­ω­τι­κὴ καὶ ἰ­σο­πε­δω­τι­κὴ τά­ση τῆς ἐ­πο­χῆς μας, μὲ τὸ νὰ συγ­κεν­τρώ­νουν καὶ νὰ κα­τα­γρά­φουν τὰ Σ. τρα­γού­δι­α, νὰ μα­θαί­νουν τοὺς χο­ροὺς στοὺς νέ­ους, δι­α­τη­ρών­τας δι­κά τους χο­ρευ­τι­κὰ συγ­κρο­τή­μα­τα.

     Μὲ τὰ τμή­μα­τα γε­ρόν­των ἀ­να­πα­ρά­γουν τὸ πλού­σι­ο καὶ ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑ­λι­κό, ἀ­φοῦ οἱ γέ­ρον­τες εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ ἀ­δι­ά­ψευ­στοι μάρ­τυ­ρες τῆς Σα­ρακ. ἱ­στο­ρί­ας. Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρὰ στὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Σα­ρακ. τρα­γου­δι­οῦ, τῶν Σ. τρα­γου­δι­στῶν, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν καὶ μή, ποὺ ἔ­χουν ἠ­χο­γρα­φή­σει σὲ δί­σκους καὶ κα­σσέ­τες τὰ τρα­γού­δι­α τους. Τὸ Λα­ο­γρα­φι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σα­ρα­κατ­σά­νων στὶς Σέρ­ρες, ὅ­που ἐ­κτί­θε­ται αὐ­θεν­τι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­π᾿ ὅ­λες τὶς  πε­ρι­ο­χὲς τῆς Ἑλ­λά­δας ποὺ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων, ἔ­τυ­χε Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης καὶ βρα­βεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴν  Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ Μου­σεί­ων. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως Μου­σεῖ­α, μι­κρό­τε­ρης ἴ­σως ἐμ­βέ­λει­ας, καὶ σὲ ἄλ­λες πό­λεις τῆς Ἑλ­λά­δας μὲ ὑ­λι­κὸ ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη καὶ τὴ ζω­ὴ τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων. Ὑ­παί­θρι­οι πα­ρα­δο­σι­α­κοὶ οἰ­κι­σμοὶ (Στά­νες) σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς χώ­ρας κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ἀ­πὸ Συλ­λό­γους καὶ ἀ­να­βι­ώ­νουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ τῶν Σ. Ἔν­τυ­πο ὑ­λι­κὸ κυ­κλο­φο­ρεῖ γι­ὰ ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἁ­παν­τα­χοῦ Σ., ὅ­πως ἡ «Ἠ­χὼ τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων» ποὺ ἐκ­δί­δε­ται ἀ­πὸ τὴν ΠΟΣΣ, τὸ ἐ­τή­σι­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ «Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι» ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δελ­φό­τη­τα Σ. Ἠ­πεί­ρου, ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα “Σα­ρα­κατσ. Χαι­ρε­τή­μα­τα” ἀ­πὸ τῶν ἐν Ἀθή­ναις Σα­ρακ. Ἠ­πεί­ρου, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Τὰ Δέ­ον­τα τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων» ἀ­πὸ τὸ Σύν­δε­σμο Σα­ρακ. Φθι­ώ­τι­δας κ.ἄ. Σὲ Συ­νέ­δρι­α πα­νελ­λή­νι­α καὶ Ἡ­με­ρί­δες μὲ εἰ­ση­γη­τὲς δι­ά­φο­ρους ἐ­πι­στή­μο­νες συ­ζη­τοῦν­ται ποι­κί­λα θέ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τοὺς Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ους. Τὸ Πα­νελ­λή­νι­ο Ἀν­τά­μω­μα στὸ Περ­τού­λι Τρι­κά­λων τὴν τε­λευ­ταί­α Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­νί­ου καὶ ἄλ­λα το­πι­κά, σὲ θέ­σεις ποὺ συ­νή­θως ξε­κα­λο­καίρια­ζαν οἱ Σ., πού γί­νον­ται κά­θε χρό­νο κα­θὼς ἐ­πί­σης, συ­νε­στι­ά­σεις, συ­νά­ξεις καὶ χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες βο­η­θοῦν στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς πα­ρά­δο­σης, ἀλ­λὰ καὶ στὴ σύ­σφι­ξη τῶν  σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ τῶν Σ. Τέ­τοι­α το­πι­κὰ ἀν­τα­μώ­μα­τα ὀρ­γα­νώ­νον­ται στὸ  Βε­λού­χι (θέ­ση Ἅ­γι­οι Ἀ­πό­στο­λοι Μερ­κά­δας) τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­λί­ου ἀ­πὸ τὸ Σύν­δε­σμο Σ. Φθι­ώ­τι­δας, στὴν Πάρ­νη­θα (στὴ θέ­ση Μό­λα) τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πὸ τοὺς Συλ­λό­γους Συλλ. Ἀτ­τι­κῆς, στὸ Γυφ­τό­καμ­πο (κεν­τρι­κὸ Ζα­γό­ρι Ἠ­πεί­ρου) τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κή τοῦ Αὐ­γού­στου ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δελ­φό­τη­τα Σα­ρακ. Ἠ­πεί­ρου, στὴν Ἐ­λα­τει­ὰ Δρά­μας (θέ­ση Μπου­ζά­λα) στὶς  20 Ἰ­ου­λί­ου ἀ­πὸ τοὺς Συλ­λό­γους Σ. Μα­κε­δο­νί­ας καὶ Θρά­κης, στὸ Ὄ­ρος Βό­ρας (Κα­ϊ­μα­κτσα­λάν) στὶς 22 Αὐ­γού­στου ἀ­πὸ τοὺς Συλλ. Σα­ρακ. κεν­τρι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α στὸ Ὄρος Κα­ραν­τί­λα (Σλί­βεν) ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μο­σπον­δί­α Συλλ. Σα­ρακ., πού ἔ­χουν μεί­νει ἐ­κεῖ με­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τῶν συ­νό­ρων, ἀλ­λὰ δι­α­τη­ροῦν τὴ γλῶσ­σα, τὰ ἤ­θη καὶ τὰ ἔ­θι­μα τῆς Σα­ρακ. πα­ρά­δο­σης…

     Πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νοι, ἐ­ρευ­νη­τές, Λα­ο­γρά­φοι, κοι­νω­νι­ο­λό­γοι, ἱ­στο­ρι­κοὶ ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν καὶ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῶν Σα­ρα­κα­τα­ναί­ων, ὅ­πως οἱ Λα­ο­γρά­φοι Ἀγ­γε­λι­κὴ Χατ­ζη­μι­χά­λη ποὺ με­λέ­τη­σε τὸν ποι­με­νι­κὸ βί­ο τῶν Σα­ρακ., οἱ Ε. Μα­κρῆς, Ἰ. Μπο­τός, Π. Ἀ­ρα­βαν­τι­νός, Δ. Γε­ωρ­γα­κᾶς, Ν. Βέ­ης, Ν. Ζυ­γο­γι­άν­νης, ὁ ἀν­θρω­πο­λό­γος δι­δά­κτωρ Ἄ­ρης Που­λι­α­νὸς ποὺ ἔ­δω­σε νέ­α δι­ά­στα­ση στὸ θέ­μα τῆς προ­έ­λευ­σης τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων, οἱ κα­θη­γη­τὲς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας Γ. Καβ­βα­δί­ας, Δ. Μαυ­ρό­γι­αν­νης, καὶ οἱ Garsten Hoeg, J. K. Campbell, Patrick leigh fermor, Glaube Fauriel. κ.ἄ…

 


Plugin from the creators of iPod :: More at Plulz Wordpress Plugins