Οἱ ἀδελφοί διαφυλάττονται ἀβλαβεῖς ἀπό τά θηρία καί τή φωτιά

Αναρτήθηκε: 08/01/2017

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς 8 Ἰανουαρίου.

Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου: «Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης»

Ὅ­ταν συ­νέ­βη αὐ­τό καί ἔ­γι­νε γνω­στό, λέ­γει κά­ποι­ος ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς στό Γέ­ρον­τα μι­ά μέρα. Ἄν πά­θαινες ζη­μι­ά, πά­τερ, ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη ἤ ἀ­πό φί­δι ἤ ἀ­πό ἄλ­λο θη­ρί­ο, τί θά γι­νό­ταν; Ἀ­παν­τᾶ ὁ Γέ­ρον­τας· παι­δί μου, δέν φο­βού­μα­στε τά πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα καί θά φο­βη­θοῦ­με τά θη­ρία­; ὅ­μως, ἀ­γαπη­τέ, πο­τέ δέν ἀ­κού­στη­κε, ὅ­τι ἔ­πα­θε πο­τέ κα­νείς ζημι­ά ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη, ἐ­κτός ἀπό ἕναν μ᾽ αὐ­τό τόν τρό­πο· περ­πα­τοῦ­σε, δη­λα­δή, ἕ­νας ἀ­δελ­φός τό μο­νο­πά­τι τῶν κελ­λι­ῶν καί ἦλ­θε σέ ἕ­να ἀ­πό­κρη­μνο μέ­ρος. Ἀ­πό πά­νω ἦ­ταν ψη­λός ὁ βρά­χος. Καί ἀ­φοῦ συ­νάν­τη­σε ἐ­κεῖ ὁ ἀ­δελ­φός τήν λε­ο­πάρ­δα­λη, ὅ­ταν τήν εἶ­δε, φο­βή­θη­κε νά γυρίσει πί­σω, ἀλ­λά οὔ­τε τό θη­ρί­ο θέ­λη­σε νά πα­ρα­κάμ­ψει. Στέ­κον­ταν, λοι­πόν, καί ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ταν. Βλέ­πον­τας ὁ ἀ­δελ­φός ὅ­τι δέν πα­ρα­με­ρί­ζει τό θη­ρί­ο, τοῦ λέ­γει· «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κά­νε μου τό­πο νά πε­ρά­σω». Κι αὐ­τό μό­λις ἄ­κου­σε τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πε­τάχ­τη­κε στό γκρε­μό, ἐνῶ εἶ­χε μέ­γε­θος δι­πλά­σι­ο ἑ­νός ἀν­θρώ­που. Ἀλ­λά ὁ ἀ­δελ­φός δέν φο­βή­θη­κε τό Θε­ό, τόν Ὁ­ποῖ­ον τρό­μα­ξε τό θηρί­ο, ἀλ­λά, ἀ­φοῦ πῆ­ρε με­γά­λες πέ­τρες, πε­τρο­βο­λοῦ­σε τό θη­ρί­ο. Κι αὐ­τό, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε πο­λύ, ἀ­νέ­βη­κε γρή­γο­ρα ἀ­πό ἄλ­λο μέ­ρος, πρό­λα­βε τόν ἀ­δελ­φό καί, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε δυ­ό–τρί­α χτυ­πή­μα­τα, ἔ­φυ­γε ἀφήνοντάς τον πλη­γω­μέ­νο χω­ρίς ὅ­μως κα­θό­λου νά τόν ἀγ­γί­ξει μέ τό στό­μα του. Ἀ­φοῦ τόν βρή­κα­με ἐμεῖς, τόν με­τα­φέ­ρα­με στό νο­σο­κο­μεῖ­ο καί σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­γι­νε κα­λά ὁ ἀ­δελ­φός.

Ὅ­σο γι­ά τά φί­δι­α ὅ­τι εἶ­ναι φο­βε­ρά καί θα­να­τη­φό­ρα σ᾽αὐ­τή τήν πε­ρι­ο­χή, γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον κη­που­ρό πού σκό­τω­σε ἕ­να φί­δι στόν κῆ­πο καί τό κρέ­μα­σε στό φρά­κτη καί ἐ­νῶ ἔ­μει­νε δυ­ό ἑ­βδο­μά­δες κρε­μα­σμέ­νο, οὔ­τε θη­ρί­ο, οὔ­τε ὄρ­νε­ο θέ­λη­σε νά τό ἀγγί­ξει, ἐ­κτός ἀ­πό τά μυρ­μήγ­κι­α πού μπῆ­καν ἀ­πό τά μά­τι­α καί τό στό­μα του καί τοῦ κα­τέ­φα­γαν τίς σάρ­κες. Καί πά­λιν ὅ­ταν ξυ­λο­κό­βα­με, σή­κω­σε κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός μι­ά πέ­τρα γι­ά νά τή βά­λει στό φορ­τί­ο. Ἦ­ταν ὅ­μως ἕ­να φί­δι κά­τω ἀ­πό τήν πέ­τρα, πού σή­κω­σε τό λαι­μό του νά ἁρ­πά­ξει τόν ἀ­δελ­φό· ὅ­μως δέν τόν πέ­τυ­χε, ἀλ­λά δάγ­κω­σε μι­ά ρί­ζα με­γά­λου δέν­τρου πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σάν νά δάγκωνε τόν ἀ­δελ­φό (γι­α­τί ἦ­ταν τυ­φλό καί κω­φό ἀ­πό τό πο­λύ του δη­λη­τή­ρι­ο) καί ἀ­μέ­σως ξε­ρά­θη­κε τό δέν­τρο σάν νά κά­η­κε ἀ­πό φω­τι­ά. Καί ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­α φί­δι­α καί ἀ­κό­μη φο­βε­ρό­τε­ρα, οὐ­δέ­πο­τε ἀκούστη­κε ὅ­τι δαγ­κώ­θη­κε κα­νείς ἀ­πό φί­δι σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο τῆς ἁ­γί­ας Δέ­σποι­νάς μας, τῆς εὐλογημέ­νης Θε­ο­τό­κου, γι­α­τί φυ­λάτ­τει τούς δού­λους της ἀ­πό κά­θε κίνδυ­νο.

Πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Γέ­ρον­τας τούς ἑ­κά­στο­τε κελ­λα­ρί­τες νά μήν γί­νε­ται χω­ρίς αὐ­τόν κα­τα­σκευ­ή ἄρ­των, γι­α­τί ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λος ὁ μι­σθός αὐ­τῆς τῆς ἐρ­γα­σί­ας σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο· γι­α­τί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ψω­μι­ά ξο­δεύ­ον­ταν στούς ξέ­νους. Πῆ­ρε καί τό δι­α­κό­νη­μα τῶν που­λα­ρι­ῶν, πού ἦ­ταν πρός τό δρό­μο τῆς Ἱε­ρι­χοῦς. Βο­η­θοῦ­σε ἀ­κό­μη καί συ­νερ­γα­ζό­ταν μέ τούς κη­που­ρούς καί σέ κά­θε ἄλ­λο δι­α­κό­νη­μα μέ προθυμί­α· φρόν­τι­ζε δέ νά συμ­με­τέ­χει κα­τά πο­λύ στίς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ ξε­νῶ­να, ὄ­χι μό­νο γι­ά τό μι­σθό, ἀλ­λά καί γι­α­τί ἤ­θε­λε νά γί­νει πα­ρά­δειγ­μα προ­θυ­μί­ας στούς ἀ­δελ­φούς. Στό ἀρ­το­ποι­εῖ­ο σύν τοῖς ἄλ­λοις ἔ­και­ε καί τό φοῦρ­νο. Γνω­ρί­ζε­τε πό­σο ἀ­φό­ρη­τη εἶ­ναι ἡ ζέ­στη στό μέ­ρος μας τό κα­λο­καί­ρι· πολ­λές φο­ρές βρήκαμε τά κε­ρι­ά τοῦ κη­ρο­πη­γεί­ου τοῦ να­οῦ λι­ω­μέ­να καί πε­σμέ­να ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή πύ­ρω­ση τοῦ ἀέρα. Ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν καύ­σω­να κα­θό­ταν συ­χνά καί πύ­ρω­νε τό φοῦρ­νο καί δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές, κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς ἀρ­το­ποι­ΐ­ας, πρᾶγ­μα πού, ἐ­νῶ δο­κί­μα­σαν νά κά­νουν πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς, κα­νείς δέν ἄν­τε­ξε χω­ρίς ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χή· γι᾽ αὐ­τό καί ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φοί· αὐ­τός ὁ Γέρον­τας εἶ­ναι σι­δε­ρέ­νι­ος.

Μι­ά μέ­ρα, λοι­πόν, με­τά τό γεῦ­μα, ὁ κα­θέ­νας ξά­πλω­σε, ὅ­που ἤ­θε­λε, νά ἀ­να­παυ­θεῖ· ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­γει­ρε λί­γο κά­που ἀ­πό­μα­κρα, ὄ­χι γι­ά νά κοι­μη­θεῖ, ἀλ­λά γι­ά νά ἀ­παγ­γεί­λλει ψαλ­μούς. Καί ξαφ­νι­κά πε­τάχ­τη­κε φω­τι­ά ἀ­πό τό πα­ρα­φούρ­νι πού ἦ­ταν ἀ­νοιχ­τό ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γει­α, καί ἅρ­πα­ξαν οἱ θά­μνοι πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ καί ἦ­ταν πά­ρα πολ­λοί καί ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τι­ά μέ­χρι τή σκε­πή. Καί βλέ­πει τήν ἁ­γί­α εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κο νά στέκε­ται ἀ­νά­με­σα στή στέ­γη καί στή γῆ καί νά σβή­νει τή φω­τι­ά μέ τά ἴ­δι­α της τά χέ­ρι­α. Καί ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­δε καί ἐ­θαύ­μα­σε. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοί δι­η­γή­θη­κε σ᾽ αὐ­τούς τό θαῦ­μα τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἐ­θαύ­μα­σαν ὑ­μνο­λο­γῶν­τας την· ὑ­πῆρ­χε δέ ἀ­λη­θι­νή ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θαύ­μα­τος οἱ καμ­ένοι θά­μνοι.