Ὁ πα­τήρ Γε­ώρ­γιος Σκρέ­κας – Νέο βιβλίο στη σειρά Ορθόδοξο Βίωμα

Αναρτήθηκε: 09/12/2016

Ὁ πα­τήρ Γε­ώρ­γιος Σκρέ­κας μέ τήν ζω­ή του, ἀλ­λά κυ­ρί­ως μέ τό μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος του, θέ­τει μπροστά μας τό με­γά­λο ἐ­ρώ­τη­μα: ποι­ός καί πῶς ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἅ­γιος ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α; Ποι­οί λοι­πόν εἶ­ναι ἅ­γιοι σύμ­φω­να μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση, ὥ­στε νά ἐ­πι­κα­λού­μα­στε τίς εὐ­χές τους, νά προσκυνοῦμε τά ἱ­ε­ρά τους λεί­ψα­να καί νά δε­χώ­με­θα μέ­σῳ αὐ­τῶν τήν θεί­α Χά­ρη;

«Κα­τά τήν δι­δα­σκα­λί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας τά λεί­ψα­να τῶν Ὁ­σί­ων δέν προ­σκυ­νοῦν­ται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θε­ός δέν κά­νη (πρίν) θαύ­μα­τα μέ αὐ­τά, ὥ­στε νά ἀ­πο­δει­χθῆ ἡ ἁ­γι­ό­τη­τά τους ἤ τοὐ­λά­χι­στον νά τι­μή­ση αὐ­τά μέ εὐ­ω­δί­α, ἐ­πει­δή δέν εἶ­ναι γνω­στή στούς ἀν­θρώ­πους ἡ κρυ­φή πί­στη καί ἡ ἀ­γά­πη πού εἶ­χαν στόν Θε­ό. Τῶν μαρ­τύ­ρων ὅ­μως τά Λεί­ψα­να προ­σκυ­νοῦν­ται ὡς ἅ­για καί χω­ρίς θαύ­μα­τα καί εὐ­ω­δί­α, μέ τό νά γί­νε­ται φα­νε­ρή σέ ὅ­λους ἀ­πό τήν ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου ἡ τε­λεί­α πί­στη καί ἀ­γά­πη αὐ­τῶν πρός τόν Θε­ό». Αὐ­τά γρά­φει ὁ με­γά­λος δά­σκα­λος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας Ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της στό “Προ­οί­μιό” του γιά τούς ἁ­γί­ους Νε­ο­μάρ­τυ­ρες.

Ἀ­πό αὐ­τό ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι τό μαρ­τύ­ριο εἶ­ναι ση­μεῖ­ο βέ­βαι­ης ἁ­γι­ό­τη­τας. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό στήν Ὀρθόδο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μπο­ροῦ­με κά­θε μάρ­τυ­ρα νά τόν τι­μοῦ­με ἀ­μέ­σως ὡς ἅ­γιο καί πρίν ἀ­κό­μη νά γί­νη ἡ ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του μέ ἐ­πί­ση­μη δι­οι­κη­τι­κή ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή πρά­ξη. Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, παραδείγματος χά­ριν, ἐ­πί δι­α­κό­σια χρό­νια ἐ­τι­μᾶ­το ὡς ἅ­γιος χω­ρίς ἐ­πί­ση­μη ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξη. Ἀ­μέ­σως με­τά τό ἔν­δο­ξο μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος του κα­τά τό 1779 κτί­σθη­κε ἱ­ε­ρά μο­νή στό ὄνο­μά του, ζω­γρα­φί­σθη­καν εἰ­κό­νες, ἔ­γι­ναν ἀ­κο­λου­θί­ες καί ἐ­τή­σι­ες ἑ­ορ­τές.

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐ­ξ ἄλ­λου, ἔν­δο­ξοι πα­λαι­οί καί νέ­οι Μάρ­τυ­ρες τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας οὐ­δέ­πο­τε χρειά­στη­κε νά ἀ­να­γνω­ρι­σθοῦν ὡς ἅ­γιοι μέ ἐ­πί­ση­μη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἀ­πό­φα­ση, ἀλ­λά τι­μῶν­ται καί δοξάζονται ἐ­πί πολ­λούς αἰ­ῶ­νες ὡς ἅ­γιοι ἀ­πό ὅ­λους τούς χρι­στια­νούς, κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς, μέ θεῖ­ες Λειτουρ­γί­ες, μέ εἰ­κό­νες καί να­ούς, μέ εἰ­δι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες καί Πα­ρα­κλή­σεις.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή πε­ρί­πτω­ση ἀ­να­γνώ­ρι­σης Νε­ο­μάρ­τυ­ρος ὡς ἁγί­ου μό­λις με­ρι­κά λε­πτά με­τά τό δο­ξα­σμέ­νο μαρ­τύ­ριό του εἶ­ναι ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ ἁ­γί­ου Νε­ο­μάρ­τυ­ρα Γε­ωρ­γί­ου τοῦ Χι­ο­πο­λί­του, ὅ­πως πε­ρι­γρά­φε­ται στό Νέ­ο Μαρ­τυ­ρο­λό­γιο: Ὁ Γε­ώρ­γιος ὁ Χίος μαρ­τύ­ρη­σε στίς 26 Νο­εμ­βρί­ου 1807. Ἐ­νῶ ὁ­δη­γεῖ­το στό Μαρτύ­ριο, οἱ ἱ­ε­ρεῖς μέ ὅ­λον τόν χρι­στι­α­νι­κό λα­ό συγ­κεν­τρώ­θη­σαν στήν ἐκ­κλη­σί­α νά προ­σευ­χη­θοῦν, ὥστε ὁ Θε­ός νά στη­ρί­ξη τόν μάρ­τυ­ρα μέ­χρι τέ­λους. Τήν ὥ­ρα πού στήν ἐκ­κλη­σί­α ἐ­ψάλλ­ε­το ἡ Λι­τή, οἱ ἱερεῖς ἔ­κα­ναν συ­ζή­τη­ση γιά τό πῶς νά μνη­μο­νεύ­σουν τόν Γε­ώρ­γιο, τά­χα ἀ­κό­μη σάν ἁ­πλό ἄν­θρω­πο ἤ ὡς τέ­λει­ο μάρ­τυ­ρα; Νά τόν μνη­μο­νεύ­σουν μα­ζί μέ τούς Μάρ­τυ­ρες; Φά­νη­κε σω­στό νά μήν ἐ­πι­κα­λε­στοῦν τίς πρε­σβεῖ­ες καί τίς με­σι­τεῖ­ες του μα­ζί μέ τούς ὑ­πο­λοί­πους Μάρ­τυ­ρες, ἀλ­λά νά πα­ρα­κα­λέ­σουν τόν Θε­ό γι᾽ αὐ­τόν, προ­κει­μέ­νου νά τε­λει­ώ­ση τόν δρό­μο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἀλ­λά στό με­τα­ξύ, πρίν ἀρ­χί­σει τό “Σῶ­σον ὁ Θε­ός τόν λα­όν Σου καί εὐ­λό­γη­σαν τήν κλη­ρο­νο­μί­αν Σου …”, κα­τα­φθά­νει τρέ­χον­τας ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος πού εἶ­χε ὁ­ρι­σθεῖ νά πα­ρα­κο­λου­θῆ ἀ­πό κρυ­φό μέ­ρος τί γί­νε­ται μέ τόν μάρ­τυ­ρα. Φω­νά­ζει στήν ἐκ­κλη­σί­α: “Τετέ­λε­σται”. Δη­λα­δή, ὁ μάρ­τυ­ρας ἔ­μει­νε στα­θε­ρός μέ­χρι τέ­λους. Τό­τε μέ­σα σέ δά­κρυ­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτης χα­ρᾶς καί πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης οἱ ἱ­ε­ρεῖς καί τό πλῆ­θος τῶν χρι­στια­νῶν τῆς Χί­ου ἐ­πι­κα­λέ­σθη­καν ἀ­πό ἐ­κεί­νην ἀ­κρι­βῶς τήν στιγ­μή τόν Γε­ώρ­γιο ὡς ἅ­γιο μα­ζί μέ ὅ­λους τούς ἄλ­λους Μάρ­τυ­ρες καί Ἁγί­ους.

Ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά γί­νε­ται σα­φέ­στα­τα κα­τα­νο­η­τό ὅ­τι μπο­ροῦ­με νά τι­μοῦ­με τόν ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρα Γε­ώρ­γιο Σκρέ­κα ὡς ἅ­γιο καί πρίν ἀ­πό ὁ,­ποι­α­δή­πο­τε ἐ­πί­ση­μη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση. Ἡ μέ­χρι σή­με­ρα τι­μή στό ἅ­γιο γι­νό­ταν κρυ­φά καί σι­ω­πη­λά, για­τί τά τραύ­μα­τα τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου πυ­ορ­ρα­γοῦ­σαν ἀ­κό­μη. Τό μαρ­τυ­ρι­κό τέλος τοῦ πα­πα–Γι­ώρ­γη Σκρέ­κα σί­γου­ρα συ­νε­τέ­λε­σε στό νά λυ­πη­θῆ ὁ Θε­ός τόν ἑλ­λη­νι­κό λα­ό καί νά σταμα­τή­ση τίς αἱ­μα­τη­ρές συγκρούσεις με­τα­ξύ ὁ­μο­ε­θνῶν καί μά­λι­στα σέ πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις με­τα­ξύ στενῶν συγ­γε­νῶν. Πα­ρά ταῦ­τα, ὁ πα­ρά­λο­γος αὐ­τός πό­λε­μος συ­νε­χί­σθη­κε δυ­στυ­χῶς γιά πολ­λά ἀ­κό­μη χρό­νια σέ πο­λι­τι­κό ἐ­πί­πε­δο μέ πολ­λές κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πει­ες γιά τόν τό­πο αὐ­τό. Σή­με­ρα οἱ λε­γό­με­νες πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις τοῦ τό­που ἔ­χα­σαν τόν ἐ­παγ­γελ­λό­με­νο μεσ­σι­α­νι­σμό τους, ἀ­φοῦ δέν ἀν­τι­με­τώ­πι­σαν ἔγκαι­ρα τούς με­γά­λους οἰ­κο­νο­μι­κούς, κοι­νω­νι­κούς καί ἐ­θνι­κούς κιν­δύ­νους πού ἀ­πει­λοῦ­σαν αὐ­τόν τόν λαό καί τόν ὁ­δή­γη­σαν στίς ὀ­δυ­νη­ρές πε­ρι­πέ­τει­ες πού σή­με­ρα βι­ώ­νου­με. Ἔ­τσι μπο­ροῦ­με πλέ­ον νά ἐλπίζου­με ὅ­τι κλεί­νει ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὁ­ρι­στι­κά καί τό κε­φά­λαιο­ τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου.

Τό γε­γο­νός ὅ­μως τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ πα­πα–Γι­ώρ­γη καί ὅ­λων ὅ­σων θυ­σι­ά­στη­καν στίς ἴ­δι­ες μέ αὐ­τόν συνθῆ­κες δέν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται οὔ­τε ἀ­πό πο­λι­τι­κές συγ­κυ­ρί­ες, ἀλ­λά οὔ­τε καί ἀ­πό πρό­σω­πα καί κα­τα­στά­σεις. Ὁ Ἅγιος εἶ­ναι ἡ δια­ρκής πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ στήν γῆ, εἴ­τε μαρ­τύ­ρη­σε στήν ἀρ­χαί­α Ρώ­μη ἀν­τι­πα­λαί­ον­τας τό ἑλ­λη­νι­κό δω­δε­κά­θε­ο, εἴ­τε κα­τα­πα­τή­θη­κε ἀ­πό τίς βάρ­βα­ρες ὀρ­δές τῶν σταυ­ρο­φό­ρων τοῦ Πά­πα, εἴ­τε μαρτύ­ρη­σε ἐ­πί ὀ­θω­μα­νι­κῆς ἐ­πο­χῆς σέ ἔ­λεγ­χο τοῦ Ἰσ­λάμ, εἴ­τε τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες στήν Ρωσ­σί­α, στά Βαλ­κά­νια, στήν Ἑλ­λά­δα, ἀν­τι­λέ­γον­τας ἔμ­πρα­κτα στόν θε­σμο­θε­τη­μέ­νο ἀ­θε­ϊ­σμό καί στήν ἀ­νε­λεύ­θε­ρη καί ἀ­πάν­θρω­πη προ­σπά­θεια νά ξε­ρρι­ζω­θῆ ἀ­πό τίς καρ­δι­ές τῶν ἀν­θρώ­πων ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, δῆ­θεν ὡς “ὄ­πιο τοῦ λα­οῦ”. Μέ τίς ἅ­γι­ες εὐ­χές του, πού δια­ρκῶς ἐ­πι­κα­λού­με­θα, γίνε­ται ὁ Θε­ός εὐ­νο­ϊ­κός σέ μᾶς καί μᾶς σώ­ζει ἀ­πό δο­κι­μα­σί­ες.

Ὁ Ἅ­γιος δέν ἀ­νή­κει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἤ ἀ­κό­μη καί στό χω­ριό του ἤ στό Ἔ­θνος του. Εἶ­ναι παγκόσμια προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό κά­θε ἰ­δι­ο­τέ­λεια καί ἀ­νάγ­κη, καί μπο­ρεῖ νά βο­η­θῆ τό ἴ­διο ἀποτε­λε­σμα­τι­κά ὅ­λους ὅ­σους τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται. Εἴτε τόν γνώ­ρι­σαν προ­σω­πι­κά εἴ­τε ὄ­χι, εἴ­τε τόν ἀγάπησαν, εἴ­τε τόν πο­λέ­μη­σαν. Ὁ ἅ­γιος μπο­ρεῖ νά προστα­τεύ­η καί νά ἐ­λε­ῆ καί αὐ­τούς ἀ­κό­μη τούς σταυρω­τές του, ἄν τόν ἐ­πι­κα­λε­σθοῦν μέ πί­στη. Ἡ ἐκκλησι­α­στι­κή ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει ἄ­πει­ρα τέ­τοι­α παραδείγματα.

Ζη­τᾶ­με λοι­πόν τήν Χά­ρη τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ, τόν ὁ­ποῖ­ον ὁ ἱ­ε­ρο­μάρ­τυς Γε­ώρ­γιος Σκρέ­κας ὑ­πη­ρέ­τη­σε μέχρι θα­νά­του, γιά νά πα­ρου­σι­ά­σου­με τήν φω­τει­νή του προ­σω­πι­κό­τη­τα, πρῶ­τον πρός δό­ξα τοῦ μό­νου ἀλη­θι­νοῦ Θε­οῦ καί δεύ­τε­ρον γιά νά στη­ρι­χθοῦ­με οἱ ση­με­ρι­νοί Ὀρ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί καί νά κα­τα­λά­βου­με ἀ­πό τήν ζω­ή τοῦ ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ ὅ­τι ἡ πί­στη μας εἶ­ναι ζων­τα­νή. Δέν δο­ξά­στη­κε ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μό­νο μέ τούς πα­λαι­ούς Μάρ­τυ­ρες, πρίν ἀ­πό πολ­λούς αἰ­ῶ­νες, ἀλ­λά μέ­χρι σή­με­ρα δο­ξά­ζε­ται συ­νε­χῶς μέ νέ­ους με­γά­λους Μάρ­τυ­ρες. Ποι­ά ἄλ­λη πί­στη ἔ­χει νά δεί­ξη τό­σους νέ­ους Μάρ­τυ­ρες τίς τε­λευ­τα­ῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες; Ποι­ά χρι­στι­α­νι­κή ὁ­μο­λο­γί­α ἔ­χει τέ­τοι­ους ἁ­γί­ους πού νά τούς ἀ­ξι­ώ­νη ὁ Θε­ός νά πε­θά­νουν, ὅ­πως Αὐ­τός ὁ Ἴ­διος, σταυ­ρι­κό θά­να­το καί μά­λι­στα με­τά ἀ­πό δύ­ο χι­λιά­δες χρόνια, ὅ­ταν ἡ χρι­στι­α­νι­κή πί­στη φαί­νε­ται νά ἔ­χη κου­ρα­στῆ ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρί­α;

Τέ­λος, ἡ ἀ­νά­δει­ξη τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ πα­πα-Γι­ώρ­γη στήν ση­με­ρι­νή πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νη κοι­νω­νι­κά ἐ­πο­χή μπορεῖ νά ἐ­νερ­γή­ση σάν κα­τα­λύ­της καί, ὅ­πως τό­τε μέ τό μαρ­τύ­ριό του ἔ­κλει­σε τό αἱ­μα­τη­ρό κε­φά­λαι­ο τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου, καί σή­με­ρα μέ τίς ἅ­γι­ες εὐ­χές του νά προ­λά­βη τά ἐ­περ­χό­με­να στόν τό­πο μας πα­ρό­μοι­α δει­νά καί νά μᾶς φυ­λά­ξη “ἀ­πό λοι­μοῦ, λι­μοῦ, σει­σμοῦ, κα­τα­πον­τι­σμοῦ, πυ­ρός, μαχαίρας, ἐ­πι­δρο­μῆς ἀλλοφύλων, ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου …”.

Θά ἦ­ταν πα­ρά­λει­ψη ἄν δέν κά­να­με καί τίς ἀ­ναγ­καῖ­ες ἀ­να­φο­ρές στόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ­νο πού στή­ρι­ξε τόν πα­πα–Γι­ώρ­γη τό­σο στόν ἱ­ε­ρα­τι­κό ὅ­σο καί στόν μαρ­τυ­ρι­κό του δρό­μο, τήν πρε­σβυ­τέ­ρα Εὐ­θυ­μί­α. Καί αὐ­τή ὑ­πῆρ­ξε συμ­μάρ­τυ­ρας, κα­τά πρό­θε­ση, μα­ζί μέ τόν πα­πα–Γι­ώρ­γη, τοῦ Σταυ­ρω­θέν­τος Χρι­στοῦ, στόν Ὁποῖ­ο ἀ­νή­κει πά­σα δό­ξα ἐν οὐρανῷ καί ἐ­πί γῆς.