ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗ

Ἄν­να Κω­στά­κου – Μα­ρί­νη

Λο­γο­τέ­χνις

Μέ­λος τοῦ Κύ­κλου Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου καὶ τῆς Γυ­ναι­κεί­ας Λο­γο­τε­χνι­κῆς

Συν­τρο­φιᾶς

 xristos1


Δι­ά­βα­ση καὶ πρῶ­το ψά­ξι­μο. Πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς ἀ­να­φο­ρὲς στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Μ᾿ ἕ­να τυ­πι­κὸ τρό­πο ἢ μὲ φρά­σεις ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές. Π.χ. ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, τὸ παι­δί­ον νέ­ον, ὁ πρὸ αἰ­ώ­νων Θε­ός, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς νι­κᾶ, ὁ Κύ­ριος. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι πο­λὺ λί­γο μι­λά­ει ἄ­με­σα γιὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄ­με­σα μι­λά­ει μό­νο γιὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να, γιὰ τὰ φαι­νό­με­να καὶ τὰ γε­γο­νό­τα, ὅ­πως καὶ γιὰ τὰ πρό­σω­πα. Ὅ­σο γιὰ τὴν ζω­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πι­νων προ­σώ­πων, πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ πε­ρι­γρα­φὴ λε­πτο­με­ρει­ῶν καὶ σὲ ἀ­σή­μαν­τα συμ­βάν­τα. Μοιά­ζει νὰ μὴν ἔ­χει προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο σχέ­διο γι᾿ αὐ­τὸ ποὺ πά­ει νὰ γρά­ψει. Εἶ­ναι ἕρ­μαι­ο… τοῦ θα­νά­του, τῆς ρο­ῆς δη­λα­δὴ τῆς ζω­ῆς. Καὶ προ­σπα­θεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ νὰ γί­νει φράγ­μα σ᾿ αὐ­τὴ τὴν ρο­ή, ὄ­χι μὲ ἑλι­ξή­ρια νε­ό­τη­τας ἀλ­λὰ ἀν­τί­θε­τα μὲ ἐρ­γα­λεῖ­ο τὸν ἴ­διο τὸ θά­να­το.

Ποι­ὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι τοῦ νοῦ καὶ ποι­ὰ τοῦ φω­τός; Αὐ­τὸ ἐ­ξε­τά­ζει ἀ­δι­ά­κο­πα. Λέ­ει γιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του στὶς Ση­μει­ώ­σεις τῶν 100 ἡ­με­ρῶν: Τὸν βα­σα­νί­ζει τὸ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το. Τὸν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται μί­σος… Νοι­ώ­θει μό­νο νοῦς καὶ κα­θό­λου φῶς, γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­χει συ­νε­χῶς καὶ τὸ ὁ­μο­λο­γεῖ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς δί­ψας.

Δι­α­τρέ­χω τὶς σε­λί­δες τῶν βι­βλί­ων του σὰν νὰ περ­πα­τῶ σ᾿ ἕ­να δύ­σκο­λο μο­νο­πά­τι γιὰ νὰ βρῶ στὸ τέρ­μα του τὸ ξωκ­κλή­σι, ὅ­που θὰ γί­νει ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀ­γρυ­πνί­α. Δι­α­βά­ζω ὀ­νό­μα­τα ἀν­θρώ­πων στὰ Ὁ­μι­λή­μα­τα ἢ στὸ Ἀρ­χεῖ­ο. Στὸ τέ­λος νοι­ώ­θω ὅ­τι με­λέ­τη­σα δί­πτυ­χα, ὅ­πως κά­νει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μπρὸς στὴν ἁ­γί­α Πρό­θε­ση. Ἐ­νῶ δι­στά­ζω, για­τί δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα, κι ἀ­γνο­ῶ καὶ ξε­χνῶ καὶ ἀ­στο­χῶ τὸν πλη­σί­ον, τὸ χέ­ρι ποὺ κα­τ᾿ ἐν­το­λὴν ἄλ­λου γρά­φει, συν­τάσ­σει ἕ­να μα­κρὺ κα­τά­λο­γο ὀ­νο­μά­των, ποὺ ἡ λο­γι­κή μου θἄ­θε­λε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κα­θό­λου ἢ νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὸ ἐλά­χι­στο[1]. Για­τί τὸ κά­νει τά­χα; Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι. Τὸ ἔ­χει βά­λει σὰν κα­νό­να του;

Συ­νε­χί­ζω καὶ πα­τῶ πά­νω στὰ ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­χνά­ρια τῆς πο­ρεί­ας του. «Κι ἐ­νῶ κα­τ᾿ ἀρ­χὴν εἶ­χα δη­λώ­σει… ὅ­τι γρά­φω κα­θ᾿ ὑ­πα­γό­ρευ­ση, ὅ­τι μὲ τὸ χέ­ρι μου γρά­φει ὁ Σύν­τρο­φος καὶ Κύ­ριός μου… Ἰ­δοὺ ὅ­μως ὅ­τι ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου νὰ ἐ­πι­βά­λλω τὸ θνη­τὸ πρό­σω­πό μου… ἀ­νοί­γει τὶς πόρ­τες στὴν λο­γι­κὴ καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θί­α τῶν ἀ­πο­κτη­μέ­νων γνώ­σε­ων, ποὺ ὑ­πο­κα­θι­στοῦν τὸ τί­πο­τα. Παίρ­νουν τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­πρό­σω­που Κυ­ρί­ου ποὺ δὲν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται οἱ αἰ­σθή­σεις, μί­α καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νέ­να χει­ρο­πια­στὸ ἄ­γαλ­μα κάλ­λους ὥ­στε νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νευ­τοῦν μὲ ἄ­νε­ση καὶ χα­μό­γε­λα».

Καὶ βέ­βαι­α δὲ θέ­λει νὰ πε­θά­νει, ἀλ­λά, ἀν­τί­θε­τα, θέ­λει νὰ ξε­χά­σει τὸν θά­να­το, ποὺ πα­ρα­στέ­κει τὴν ζω­ή, «ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ὀ­μορ­φιᾶς καὶ τῆς σα­γή­νης τῶν ἐγ­κο­σμί­ων». Κι ὅ­μως, προ­χω­ρεῖ σὲ μί­α συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­δό­μη­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του μὲ τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση: «Ὄ­χι, δὲ θέ­λω νὰ φα­νῶ ἀ­δύ­να­μος, νι­κη­μέ­νος στὴν ζω­ή. Πάν­τα σ᾿ ὅ­σα λέ­γω ὑ­πάρ­χει ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κερ­δί­σω. Ἡ καρ­διά μου εἶ­ναι βα­ρειὰ ἀ­πὸ ὑ­λι­κοὺς πό­θους…». Αὐ­τὴ ἡ ἀ­πο­δό­μη­ση ὅ­μως δὲν εἶ­ναι αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση ψυ­χο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως. Δὲν κά­νει ψυ­χα­νά­λυ­ση, δὲν πε­ρι­γρά­φει κἄν τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του, ὥ­στε νὰ κα­λυ­φθεῖ μὲ τὸ εὐ­πρε­πὲς ἔν­δυ­μα τῆς μον­τέρ­νας, ὠ­μῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς αὐ­το­γνω­σί­ας καὶ τὸ ἄλ­λο­θι τῆς ἑρ­μη­νεί­ας. Δὲν προ­βάλ­λει ἔμ­με­σες δι­και­ο­λο­γί­ες. Εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νής, ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής. Κι ἔ­τσι τὸ τυ­χαῖ­ο εἰ­σβάλ­λει στὸ γρα­πτό του. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ τυ­χαῖ­ο; Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι κι ἀ­νοί­γω τὸ Ἀρ­χεῖ­ο.

Ἐ­κεῖ κά­θε ἑρ­μά­ριο καὶ κά­θε φά­κε­λλος, γε­μᾶτα ἀ­πὸ ση­μει­ώ­σεις, ἀ­φή­νουν μπρὸς μας τὸ ἀ­σή­μαν­το πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ κλεί­σεις τὸ βι­βλί­ο. Ὁ ἐ­ρευ­νη­τὴς σχο­λιά­ζει πό­τε-πό­τε τὶς ση­μει­ώ­σεις. Καὶ κά­θε τό­σο πά­νω στὰ μπά­ζα τῶν βέ­βη­λων ὑ­λι­κῶν τῆς ζω­ῆς, πέ­φτει ἕ­να φῶς καὶ τὰ με­τα­μορ­φώ­νει. Κά­τι πο­λύ­τι­μο μπαί­νει στὸ σεν­τού­κι τῆς μνήμης. Τὰ φυ­σι­κὰ πρό­σω­πα τοῦ Ἀν­τώ­νη καὶ τῆς Ἄν­νας, πρό­σω­πα τῆς ἀ­φή­γη­σης, δι­α­λύ­ον­ται ὅ­πως καὶ τὸ φυ­σι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­φη­γη­τή. Ὁ Ἀν­τώ­νης, χα­μέ­νος στὸν βυ­θὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἢ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ἀρ­γεῖ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν Ἄν­να ν᾿ ἀ­να­δυ­θεῖ με­τα­μορ­φω­μέ­νος σὲ εἰ­κο­νί­διο. Τὸ τε­τρά­πλευ­ρο τῆς ἄρ­ρε­νος ὕ­παρ­ξής του δέ­χε­ται τὴν Ἄν­να ὡς ἀ­γά­πη καὶ γί­νε­ται πέν­τε, ἄρ­ρην ἀ­ριθ­μὸς τῆς μνή­μης καὶ τοῦ σύμ­παν­τος, ποὺ συ­ναν­τᾶ τὸν πο­λυ­φώ­στη­ρο ἅ­γιο Οὐ­ρα­νὸ τῶν Συ­να­ξα­ρι­ῶν τοῦ Ἰ­ου­λί­ου.

Προ­χω­ρῶ στὸν Πεν­τζι­κι­κὸ κό­σμο τὸν φτι­αγ­μέ­νο μὲ γράμ­μα­τα ἢ χρώ­μα­τα, ἀρ­γά. Δὲν γί­νε­ται ἀλ­λοι­ῶς. Ὅ­ποι­ος τρέ­χει καὶ ζη­τά­ει ἔν­τα­ση ὑ­πό­θε­σης, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς ἐ­ξέ­λι­ξης, ἀ­γω­νί­α καὶ σπά­νι­ες ἀ­φύ­σι­κες κα­τα­στά­σεις, ἂς ἀ­νοί­ξει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἢ ἂν θέ­λει νὰ γί­νει συγ­γρα­φέ­ας κα­λὰ καὶ σώ­νει, ἂς ἀν­τι­γρά­ψει ἔν­τε­χνα ἰ­α­τρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­ας.

Λό­γος καὶ εἰ­κό­να εἶ­ναι στε­νὰ δε­μέ­να στὸν Πεν­τζί­κη. Οἱ πί­να­κές του βγῆ­καν μὲ «ἀ­ρίθ­μη­ση» Συ­να­ξα­ρι­ῶν ἢ Ὁμη­ρι­κῶν στί­χων. Τὰ κεί­με­νά του πλού­σια ἀ­πο­φό­ρια πλου­σί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πὸ πα­ρα­δό­σεις, πα­ρα­μύ­θια, Ἱ­στο­ρί­α. Τοῦ ἀ­ρέ­σει, λέ­ει, νὰ σκε­πά­ζει τὴν γυ­μνό­τη­τά του μὲ τὰ πλού­σια αὐ­τὰ ἀ­πο­φό­ρια καὶ δὲν ντρέ­πε­ται γι᾿ αὐ­τό. Δὲν ντρέ­πε­ται ὅ­μως καὶ νὰ τὴν δεί­χνει. Ντρέ­πε­ται, ἀν­τί­θε­τα, νὰ σκε­πά­ζει τὴν ἀ­σχή­μια του. Μὲ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ γρά­ψι­μο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­σο ζοῦ­σε τὸν πο­νη­ρὸ ἐ­χθρό, τὸν χρό­νο. Δι­έ­τρε­χε τε­ρά­στι­ες ἐ­κτά­σεις καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς σι­γά-σι­γὰ σὰν τὸ μυρ­μήγ­κι. Μέ­σα σὲ τέ­τοι­α με­γέ­θη καὶ μὲ τό­σο ἀρ­γή κί­νη­ση ἐ­τε­λει­οῦ­το τὸ ἔρ­γο: Ἡ δι­ά­λυ­ση τῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τας. «Ἕ­να εἶ­ναι γε­γο­νός: Ὁ στε­νός μου σύν­δε­σμος μὲ τὸ πρό­σω­πο τοῦ τί­πο­τα».

Τὸ τυ­χαῖ­ο, τὸ τί­πο­τα, τὸ ἀ­πρό­βλε­πτο, λέ­ξεις ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ ἴ­διο πρᾶγ­μα. Αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος προ­σπα­θεῖ ν᾿ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸν κυ­νη­γά­ει. Καὶ αὐ­τοῦ ἀ­κρι­βῶς τὴν πα­ρέμ­βα­ση στὴν ζω­ή του δὲν μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ. Δὲν ἀν­τέ­χει τὸ ἄ­γνω­στο. Θέ­λει νὰ μά­θει ἂν ταυ­τί­ζε­ται μὲ ὅ,τι ἐ­πι­θυ­μεῖ, μὲ ὅ,τι λα­χτα­ρά­ει νὰ ζή­σει καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει: «Πό­θος μου νὰ ἐ­ξο­μοι­ώ­σω τὸ ἀ­πρό­βλε­πτο καὶ τυ­χαῖ­ο τῆς κά­θε μέ­ρας, μὲ τὴν γυ­ναί­κα, τὴν πε­ρί­φη­μη ἐ­μορ­φιά, ποὺ πε­ρι­μέ­νω νὰ γνω­ρί­σω καὶ τὴν βλέ­πω μό­νο στὸν ὕ­πνο μου».

Πει­νά­ει καὶ κά­θε­ται νὰ φά­ει. Ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως ἀ­πο­στρέ­φε­ται τὸ ὡ­ραί­α σερ­βι­ρι­σμέ­νο κρέ­ας του καὶ σπρώ­χνει τὸ πιά­το του πέ­ρα. Αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι πά­ει νὰ τρα­φεῖ μὲ τὴν φθο­ρὰ τῶν ἄρ­ρω­στων, ἀ­νά­πη­ρων καὶ σά­πι­ων συ­ναν­θρώ­πων του καὶ νε­κρῶν προ­γό­νων του. «Δὲν μπο­ρῶ νὰ χορ­τα­σθῶ μὲ τέ­τοι­α μα­γει­ρεύ­μα­τα ἀ­νού­σια». Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὴν πεί­να του;

Νὰ ἀρ­νη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να, τὶς πα­ρα­δε­κτὲς ἀ­πὸ ὅ­λους ἰ­δέ­ες πού ὡ­στό­σο δὲν τὸν χορ­ταί­νουν; Ἢ νὰ ἐμ­πι­στευ­θεῖ τὸ ἄ­γνω­στο ἀ­πρό­βλε­πτο;  Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ συμ­πι­έ­σει αὐ­τὸ μὲ ὅ,τι δι­α­κα­ῶς πο­θεῖ; Μά­ται­α σκέ­πτε­ται καὶ μά­ται­α πο­θεῖ. Τὸ τυ­χαῖ­ο ἢ ἀ­πρό­βλε­πτο δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ξέ­νο πρὸς τὶς πρά­ξεις μας. Ἔ­τσι, στὴν συ­νέ­χεια μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α ὡς μα­στί­γιο δέρ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὴν αὐ­τα­ρέ­σκεια ποὺ κρύ­βει μέ­σα του καὶ στὰ λε­γό­με­νά του. Κι αὐ­τὸ τὸν κά­νει, ὅ­πως λέ­ει, μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο πεῖ­σμα νὰ θέ­λει νὰ ξε­χω­ρί­σει τὸ φαι­νο­με­νι­κό του πρό­σω­πο ἀ­πὸ τὸν βα­θύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του, δη­λα­δὴ νὰ ξε­χω­ρί­σει τὴν ἁ­πλὴ πε­ρί­πτω­ση ἀ­πὸ τὸ γε­νι­κό, τὸ με­μο­νω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ κα­θο­λι­κό. Προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πο­φλοι­ώ­σει τὸν ἑ­αυ­τὸ του ἕ­ως νὰ μεί­νει «ὁ­λο­θού­ριον» μὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­το­μι­κὴ πτυ­χή. «Ὅ­σο ἐ­λά­χι­στη κι ἂν εἶ­ναι», σκέ­φτο­μαι, «μπο­ρεῖ νὰ χορ­τά­σει μὲ τὸ γε­νι­κὸ καὶ τὸ κα­θο­λι­κό; Ἐ­κτὸς ἂν σ᾿ αὐ­τὸ τὸ γε­νι­κὸ καὶ κα­θο­λι­κὸ ἐλ­πί­ζει νὰ βρεῖ τὸν βα­θύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του. Ἀλ­λὰ καὶ τοῦ­το τί θὰ πεῖ γιὰ τὸν Πεν­τζί­κη; Ἀ­φοῦ καὶ τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς ἔμ­πνευ­σής του τὶς πα­ρο­μοιά­ζει ἔμ­με­σα μὲ ὑ­στε­ρί­α κο­ρι­τσιοῦ;».

ΠΕΝΤΖΙΚΗΣΜά, ἂς ἐ­πι­στρέ­ψω, γιὰ νὰ μὴ χα­θῶ ὁ­λό­τε­λα, ἂν καὶ τὸ θέ­λω, στὸν ἄ­ξο­να τοῦ γρα­πτοῦ μου, πού εἶ­ναι τὸ θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ στὸ ἔρ­γο τοῦ Πεν­τζί­κη. Ὅ­ταν προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι καὶ προ­χω­ρῶ σ᾿ αὐ­τὸ συ­στη­μα­τι­κά, δρέ­πω ἀμ­φι­βο­λί­ες, δι­σταγ­μούς, δι­α­ψεύ­σεις τῶν εὑ­ρέ­σε­ών μου, μα­ταί­ω­ση ἀ­σφα­λῶν συμ­πε­ρα­σμά­των. Ἂς ἀ­φε­θῶ λοι­πὸν στὴν ξέ­νοια­στη δι­ά­βα­ση σε­λί­δων του. Ἂς ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν τρό­πο του γιὰ νὰ βρῶ τὸν κό­σμο του. Ἂς κά­νω ὅ,τι κά­νει. Ἂς ἀρ­χί­σω νὰ μα­ζεύ­ω στὰ ἑρ­μά­ρια καὶ τοὺς φα­κέ­λλους τῆς συ­νεί­δη­σής μου ὀ­νό­μα­τα, γε­γο­νό­τα, ἀν­τι­κεί­με­να, πρό­σω­πα, συ­ναν­τή­σεις ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του. Ξαφ­νι­κά, ὅ­σο καὶ ἀ­ραι­ά, φθά­νει σὲ ἐκ­στά­σεις, φῶς, ἔ­ρω­τα κι ἀ­γά­πη. Τὸ τυ­χαῖ­ο καὶ ἀ­πρό­βλε­πτο ποὺ τὸν βα­σα­νί­ζει. Γρά­φει καὶ παί­ζει πεν­τό­βο­λα ἐ­νῶ τὸν πα­ρα­στέ­κουν Ἅγιοι, πρό­σω­πα μυ­θι­κὰ ἢ με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ πέ­τρες, φυ­τὰ ἢ μπου­κα­λά­κια. Στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀν­τώ­νη καὶ τῆς Ἄν­νας ἡ μὲ λα­χτά­ρα ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­ρω­τι­κή τους συ­νάν­τη­ση με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἐκ­στα­τι­κὸ θαυ­μα­σμὸ τῆς ἀ­νεύ­ρε­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ των στὸν ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­νοι­ω­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὰν μέ­σα σὲ νε­ρὸ δι­α­λυ­μέ­νοι καὶ πα­ρα­δό­θη­καν ἐν­τε­λῶς στὸν χο­ρὸ τοῦ νε­ροῦ ποὺ τοὺς πε­ρι­εῖ­χε ξε­χνών­τας τὰ πάν­τα. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τῆς πεί­νας κα­τα­νά­λω­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος τὰ φα­γη­τὰ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νά­με­σά τους. Ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ με­τα­βο­λή, ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη χρο­νι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ συ­νάν­τη­ση στὴν χω­ρὶς ὅ­ρια ἕ­νω­σή τους συν­τε­λεῖ­ται διὰ τῆς ἐκ­στά­σε­ως ποὺ προ­κά­λε­σαν δύ­ο τυ­χαῖα γε­γο­νό­τα. Τὸ πέ­ρα­σμα τῆς Ἄν­νας ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που δι­ά­βα­σε στὸ ἀ­νοιγ­μέ­νο βι­βλί­ο ἕ­να ψαλ­μὸ ποὺ φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν κτί­ση καὶ τὴν δο­ξο­λό­γη­σή Του ἀ­πὸ αὐ­τήν, εἶ­ναι τὸ ἕ­να. Ἡ πο­λύ­ω­ρη ἀ­να­μο­νὴ τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης ἀ­πὸ τὸν Ἀν­τώ­νη ποὺ τὸν κά­νει νὰ χά­σει κά­θε συ­ναί­σθη­ση φυ­σι­κοῦ ὁ­ρί­ου τῶν προ­σώ­πων καὶ τῶν πραγ­μά­των, εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρο. Καὶ τὸ πρό­σω­πό μας ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, λέ­ει, στὰ μά­τια τοῦ ἄλ­λου δὲν μᾶς δι­δά­σκει τὴν θνη­τό­τη­τά μας ἀλ­λὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τῶν οὐ­ρα­νί­ων σω­μά­των μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Ὡς μά­θη­μα αὐ­το­γνω­σί­ας ἀ­πο­στη­θί­ζει γε­ω­γρα­φι­κοὺς τό­πους καὶ ὅ­ρους. Καὶ ἔ­τσι αἰ­σθη­το­ποι­εῖ τὸ ἀ­λη­θι­νό του σχῆ­μα σὰν συ­νε­χῆ συμ­βί­ω­ση μὲ τὶς χι­λιά­δες ὁ­μοί­ους του ποὺ βλέ­πουν τὸ ἴ­διο φῶς μα­ζί του γιὰ με­ρι­κὰ χρό­νια. Θυ­μᾶ­μαι, θὰ πεῖ βλέ­πω ὅ,τι εἶ­μαι, ταυ­τό­χρο­να μὲ ὅ,τι προ­ϋ­πῆρ­ξε καὶ θὰ ὑ­πάρ­ξει με­τά.

Ὁ­δοι­πο­ρών­τας στὰ κεί­με­να τοῦ Πεν­τζί­κη συ­ναν­τῶ κα­τα­γραμ­μέ­νους τό­πους, γε­γο­νό­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς του καὶ τῆς μνή­μης του. Κα­τα­γρά­φον­τας ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται. Πε­ρί­ερ­γη ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πο­λὺ φτω­χὴ σὲ ψυ­χο­λο­γία­. Συ­νε­χί­ζε­ται μὲ τὸν ἄλ­λο ἐκ­στα­τι­κά. Βγαί­νει δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴν στά­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του καὶ χω­ρεῖ στὸν ἄλ­λον. Με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὸν ἄλ­λοκειμενα διὰ μέ­σου τῆς ἀ­γά­πης κι ἔ­τσι μπο­ρεῖ ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ δώ­ρου της νὰ γί­νει ἥ­ρω­ας καὶ ν᾿ ἀν­τι­πα­λαί­σει τὴν ἀ­το­μι­κή του μοί­ρα. Τὸ τυ­χαῖ­ο ἢ ἀ­πρό­βλε­πτο, στὰ γε­γο­νό­τα ποὺ δι­η­γεῖ­ται, θέ­λει νὰ τὸ ἀν­τι­πα­ρέλ­θει. Ὅ­μως δὲν κα­τα­φέρ­νει ἄλ­λο πα­ρὰ νὰ ὁ­δη­γεῖ­ται πρὸς αὐ­τὸ ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη του νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ. Νὰ πά­ει ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα τοῦ νοῦ καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας στὰ πράγ­μα­τα τοῦ φω­τός. Καὶ κα­θὼς ἡ γρα­φὴ του εἶ­ναι ὅ­μοι­α μὲ τὴν ζω­ή του, βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἡ­συ­χά­ζει. Φλέ­γε­ται ἀ­πὸ τὸν πό­θο νὰ ζή­σει. Θέ­λει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα ἀν­τὶ τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο ἀν­τὶ τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου. Ἡ φθο­ρὰ πα­ρα­μο­νεύ­ει τὶς στιγ­μὲς εὐ­τυ­χί­ας κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ξορ­κί­ζει ντύ­νον­τάς τις μὲ τὸν ἀ­σή­κω­το θη­σαυ­ρὸ τῆς μνή­μης του.

Ὁ μο­να­χὸς Ἀν­τώ­νιος κα­τα­πι­ά­νε­ται ν᾿ ἀν­τι­γρά­ψει κά­που ἀλ­λοῦ καλ­λι­γρα­φι­κὰ τὸ κε­φά­λαι­ο πε­ρὶ ἀ­γά­πης τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Κι οἱ λέ­ξεις καὶ τὰ γράμ­μα­τα «γέ­μι­ζαν τὸ νοῦ του πα­νύ­ψη­λα βου­νὰ οὐ­σι­α­στι­κῶν, ρή­μα­τα ποὺ χά­ρα­ζαν δρό­μους, ποὺ θὰ ᾿πρε­πε νὰ δι­α­τρέ­ξει, καρ­πο­φό­ρα, ὠ­φέ­λι­μη καὶ καλ­λω­πι­στι­κὴ βλά­στη­ση ἐ­πι­θέ­των, ποὺ κά­λυ­πταν τὶς ἀ­πέ­ραν­τες ἐ­κτά­σεις τῆς ἀ­γά­πης, ὅ­που χω­ροῦ­σε ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς τῆς γῆς…». Κι ἐ­πει­δὴ τὸ φτω­χὸ μυα­λὸ τοῦ μο­να­χοῦ δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἀ­ριθ­μη­τι­κὸ πλῆ­θος τῶν θε­ό­πνευ­στων γραμ­μά­των, ἀν­τι­γρά­φει μό­νο τὸ ἐ­δά­φιο 1-8 τοῦ 13ου κε­φα­λαί­ου καὶ κα­τα­φεύ­γει στὸ να­ό, ὅ­που τε­λεῖ­ται ἡ θεί­α μυ­στα­γω­γί­α. Ἐ­κεῖ αἰ­σθά­νε­ται καὶ σκέ­πτε­ται ὅ­τι «ἡ θεί­α ἐν­σάρ­κω­ση εἶ­ναι ἡ κλεί­δα τῆς ἑρ­μη­νεί­ας πάν­των τῶν φαι­νο­μέ­νων». Καὶ μέ­σα στὴν κοι­λιὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νοι­ώ­θει σὲ πλή­ρη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ κοι­νό­τη­τα, μὲ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους: «Μή­τρα τοῦ κό­σμου ὅ­λου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρί­στα­ται, ὁ Κύ­ριος τῶν δυ­νά­με­ων, ὡς τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος». Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ πρό­σω­πό Του ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν Δη­μι­ουρ­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὡς τὸ μέλ­λον. Γι᾿ αὐ­τό, ὁ κὺρ Νί­κος Πεν­τζί­κης μπο­ροῦ­σε νὰ ψη­φα­ριθ­μεῖ χι­λιά­δες λέ­ξεις γιὰ νὰ ζω­γρα­φί­ζει τοὺς πί­να­κές του χω­ρὶς ν᾿ ἀ­δη­μο­νεῖ ἢ νὰ φο­βᾶ­ται τὸν χρό­νο ποὺ ἔ­φευ­γε. Καὶ γι᾿ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κα­τα­γρά­φει ἀ­σή­μαν­τα γε­γο­νό­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νος μὲ σκο­πὸ τὴν «κα­τα­στρο­φὴ τοῦ φυ­σι­κοῦ του προ­σώ­που σὲ μί­α προ­σπά­θεια πρὸς ἀ­πό­κτη­ση προ­σώ­που ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φή».

Κα­θὼς ἔ­γρα­φα καὶ πό­τε-πό­τε δι­ά­βα­ζα, εἶ­χα ἔν­το­νη τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ θαμ­μέ­νο σῶ­μα του δὲν τὸν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κά­νει τὴν πιὸ πά­νω ἐρ­γα­σί­α στὸ πρό­σω­πο τοῦ κα­θε­νός μας. Καὶ βε­βαι­ώ­νο­μαι γι᾿ αὐ­τὸ κα­θὼς τὸν ἀ­κού­ω νὰ λέ­ει μὲ τὸ ἀ­στεῖα κε­φᾶ­το χα­μό­γε­λό του: «Ὅ­ταν δὲ θὰ αἰ­σθά­νο­μαι τί­πο­τα θὰ αἰ­σθά­νε­σαι ἐ­σύ». Τὸ τί­πο­τα ὅ­μως γιὰ κεῖ­νον ἦ­ταν τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ.